Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Η Λέσχη των Φιλομαθών – Τζακ Λόντον, Η Σιδερένια Φτέρνα [Η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, Η πάλη των τάξεων, Η επανάσταση και Η εξουσία]


από:e-KOZANH

Εκδόσεις Α. Λιβάνης "Νέα Σύνορα" - Μετάφραση Αγγελική Φιλιππάτου
Πρόλογος
Από το 1907 πού δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά αυτό το μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας, η ιδιοφυής πρόβλεψη του Τζακ Λόντον για τον εκφασισμό της αστικής κοινωνίας δεν έχει χάσει τίποτα από τη δύναμή της, ιδιαίτερα για λαούς σάν το δικό μας που στα τελευταία πενήντα χρόνια γνώρισε τρεις φασισμούς.
Η Σιδερένια Φτέρνα είναι μια πολιτική παραβολή που αναφέρεται στο πολιτικό μέλλον του καπιταλισμού, μια προσπάθεια του Λόντον να διαδώσει με τη μορφή μυθιστορήματος ορισμένες ιδέες του Μαρξ σ’ ένα κοινό ευαίσθητο στο μεγάλο συγγραφικό του κύρος, μια πολεμική εναντίον του ρεφορμισμού του οποίου οι αυταπάτες θα οδηγήσουν το εργατικό κίνημα σε ήττες και αποτυχίες και μια καταγγελία των προθέσεων των κυρίαρχων τάξεων που μπορούν να φτάσουν σε οριακές καταστάσεις οργανωμένης αγριότητας για να διατηρήσουν τον πλούτο και την κυριαρχία τους.
[…]
Κεφάλαιο 5ο - Οι φιλόμαθοι
[…]
Η Λέσχη των Φιλομαθών ήταν ό,τι πιο εκλεκτό διέθετε η Ακτή του Ειρηνικού. Ήταν δημιούργημα της Δεσποινίδος Μπρέντγουντ, μιας εξαιρετικά πλούσιας γριάς γεροντοκόρης κι ήταν γι’ αυτήν και σύζυγος και οικογένεια και το παιχνιδάκι της. Μέλη της Λέσχης ήταν οι πιο πλούσιοι της πόλης και τα πιο γερά μυαλά του πλούτου και φυσικά μερικοί επιστήμονες για να δίνουν ένα τόνο πνευματικότητας στην όλη υπόθεση.
Η Λέσχη των Φιλομαθών δεν είχε δικό της οίκημα. Δεν ήταν μια συνηθισμένη λέσχη. Μια φορά τα μήνα τα μέλη της συγκεντρώνονταν στο σπίτι ενός απ’ αυτά για ν’ ακούσουν μια διάλεξη.
Οι ομιλητές ήταν συνήθως, αν και όχι πάντοτε πληρωμένοι. Εάν ένας χημικός από τη Νέα Υόρκη έκανε ας πούμε μια ανακάλυψη για το ράδιο, του πλήρωναν όλα του τα έξοδα για να διασχίσει την ήπειρο και έπαιρνε μια ηγεμονική αμοιβή για το χρόνο που θα διέθετε. Το ίδιο συνέβαινε και με τον εξερευνητή που επέστρεφε από τις πολικές περιοχές, με το τελευταίο αστέρι της λογοτεχνίας ή της τέχνης. Οι Φιλόμαθοι δεν επέτρεπαν σε κανένα ξένο επισκέπτη να πάρει μέρος στις συγκεντρώσεις ούτε να γραφτεί στον τύπο οτιδήποτε από τις συζητήσεις τους. Έτσι σπουδαίοι κρατικοί λειτουργοί -και υπήρξαν τέτοιες περιπτώσεις- είχαν τη δυνατότητα να πουν τις σκέψεις τους.
Έχω μπροστά μου ένα τριμμένο γράμμα, που ο Έρνεστ μού είχε γράψει πριν από είκοσι χρόνια κι απ’ το όποιο αντιγράφω το πάρα κάτω κομμάτι.
«Ο πατέρας σας είναι μέλος της Λέσχης των Φιλομαθών, έτσι μπορείτε να μπείτε. Ελάτε λοιπόν το βράδυ της επόμενης Τρίτης. Σας υπόσχομαι να σας μείνει αξέχαστο σ’ όλη σας τη ζωή. Στις πρόσφατες συναντήσεις που είχατε με τα αφεντικά δεν μπορέσατε να τους συγκινήσετε. Εάν έρθετε θα τους ταρακουνήσω εγώ για λογαριασμό σας. Θα τους κάνω να γρυλίσουν σαν τους λύκους. Εσείς θέσατε υπό αμφισβήτηση την ηθική τους. Όταν αμφισβητείται μόνο η ηθική τους, παίρνουν ένα ύφος αυτοϊκανοποίησης και ανωτερότητας. Εγώ όμως θα απειλήσω το πουγκί τους. Αυτό θα τους ταρακουνήσει μέχρι τις ρίζες της πρωτόγονης καταγωγής τους. Εάν μπορέσετε να έρθετε θα δείτε τον άνθρωπο των σπηλαίων με βραδυνό ένδυμα να γρυλίζει και να τρίζει τα δόντια του γύρω από ένα κόκαλο. Σας υπόσχομαι μεγάλο γλέντι και μια διδακτική διείσδυση στη φύση του κτήνους.
«Με προσκάλεσαν με το σκοπό να με κάνουν κομμάτια. Η ιδέα είναι της Δεσποινίδας Μπρέντγουντ. Είχε την αδεξιότητα να με αφήσει να το μισοκαταλάβω όταν με προσκάλεσε. Τους έχει προσφέρει κι άλλη φορά αυτό το είδος διασκέδασης. Βρίσκουν μεγάλη ευχαρίστηση με το να έχουν μπροστά τους μερικούς εύπιστους, αγνούς, ευγενικούς μεταρρυθμιστές. Η Δις Μπρέντγουντ πιστεύει ότι συνδυάζω την αθωότητα μιας γατούλας και τη καλή φύση και ηλιθιότητα ενός βοδιού. Δεν αρνούμαι ότι βοήθησα κι εγώ λιγάκι να σχηματίσει αυτή την εντύπωση. Στην αρχή βολιδοσκόπησε με πολλή προσοχή το έδαφος μέχρι να πειστεί ότι ήμουνα ακίνδυνος. Θα πάρω μια πλουσιοπάροχη αμοιβή -διακόσια πενήντα δολλάρια- όσα πήρε κάποιος, που αν και Ριζοσπάστης, είχε βάλει μια φορά υποψηφιότητα για κυβερνήτης. Επίσης πρέπει να φορέσω βραδυνό ένδυμα. Είναι υποχρεωτικό. Ποτέ δε στολίστηκα έτσι γελοία στη ζωή μου. Υποθέτω ότι θα βρω κάπου να νοικιάσω. Αλλά θα έκανα κι άλλα χειρότερα για να βάλω στο χέρι τους Φιλόμαθους».
Η Λέσχη διάλεξε απ’ όλα τα μέρη την οικία Περτονγουέϊτ για τη συγκέντρωση εκείνης της βραδυάς. Είχαν φέρει συμπληρωματικές καρέκλες μέσα στο μεγάλο σαλόνι και θα πρέπει να είχαν συγκεντρωθεί διακόσιοι Φιλόμαθοι για ν’ ακούσουν τον Έρνεστ. Ήταν πραγματικά η αφρόκρεμα της καλής κοινωνίας. Διασκέδαζα υπολογίζοντας με το μυαλό μου το ποσό που αντιπροσώπευαν οι περιουσίες τους κι οι υπολογισμοί μου φτάναν σε εκατοντάδες εκατομμύρια. Οι κάτοχοι δεν ήσαν αργόσχολοι πλούσιοι, αλλά επιχειρηματίες που πέρναν ενεργό μέρος στη βιομηχανική και πολιτική ζωή.
Είχαμε καθήσει όταν η Δις Μπρέντγουντ παρουσίασε τον Έρνεστ. Κινήθηκαν αμέσως προς την επάνω μεριά του δωματίου απ’ όπου θα μιλούσε. […]
Η Δις Μπρέντγουντ, που ήταν στο επάνω άκρο του δωματίου, τον παρουσίασε στο συνταγματάρχη Βαν Γκίλμπερτ που, όπως έμαθα, επρόκειτο να προεδρεύσει στη συγκέντρωση. Ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ ήταν ένας μεγάλος δικηγόρος πολλών εταιριών και επιπλέον ήταν πάρα πολύ πλούσιος. Η κατώτατη αμοιβή που θα δεχόταν να πάρει ανέβαινε σε εκατό χιλιάδες δολλάρια. Ήταν αυθεντία στη νομική επιστήμη. Η νομολογία ήταν σκέτη μαριονέττα στα χέρια του. Τη ζύμωνε σαν πηλό, την έπλαθε, της άλλαζε μορφή όπως σ’ ένα κινέζικο παιχνίδι σπαζοκεφαλιάς σύμφωνα με το σχέδιο, που είχε διαλέξει. Οι τρόποι του και η ρητορική του ήταν της παλιάς σχολής αλλά η φαντασία του, οι γνώσεις του, τα τεχνάσματά του ήταν στο ύψος της τελευταίας νομοθεσίας. Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία υπήρξε η ακύρωση της διαθήκης[1] του Στάρντγουελ. Μόνο για την υπόθεση αυτή πήρε πεντακόσιες χιλιάδες δολλάρια. Από κείνη τη στιγμή η φήμη του ανέβηκε στα ύψη. Συχνά τον ανάφεραν σαν το μεγαλύτερο δικηγόρο της χώρας, το δικηγόρο των εταιριών φυσικά, και σ’ οποιαδήποτε κατάταξη θα έπαιρνε πάντα μια θέση μεταξύ των τριών καλύτερων δικηγόρων των Ενωμένων Πολιτειών.
Σηκώθηκε και άρχισε να παρουσιάζει τον Έρνεστ με φράσεις, που είχε διαλέξει καλά και που κρύβαν ένα ελαφρό τόνο ειρωνείας. Στην εισαγωγή του ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ μίλησε με επιδέξια σκοπτικότητα για ένα μεταρρυθμιστή της κοινωνίας και μέλος της εργατικής τάξης. Αντιλήφθηκα χαμόγελα στο ακροατήριο κι έγινα έξω φρενών. Κύτταξα τον Έρνεστ κι ένοιωσα το θυμό μου να μεγαλώνει. Δε φαινόταν να πειράζεται από αυτές τις λεπτές αιχμές και το χειρότερο ήταν που έδινε την εντύπωση ότι δεν τις αντιλαμβανόταν. Κάθησε αμέριμνος, βαρύς και με ύφος νυσταλέο. Φαινόταν πραγματικά σαν ηλίθιος. Και για μια στιγμή μου ήρθε απότομα η σκέψη: Τί θα γινόταν αν άφηνε να τον ταπεινώσει όλη εκείνη η φάρα από περισπούδαστα μυαλά και ανθρώπους με τέτοια χρηματική δύναμη; Σέ λίγο όμως χαμογέλασα. Δεν ήταν δυνατό να με κοροϊδέψει, θα κορόιδευε ασφαλώς τους άλλους όπως κορόιδεψε τι δίδα Μπρέντγουντ. Αυτή καθόταν σε μια πολυθρόνα στην πρώτη σειρά και πολλές φορές γύριζε το κεφάλι προς τον ένα ή τον άλλο από τους γνωστούς της για να τους δείξει μ’ ένα χαμόγελο ότι ξέρει να εκτιμάει τους υπαινιγμούς του ομιλητή.
Όταν τέλειωσε ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ, ο Έρνεστ σηκώθηκε και άρχισε να μιλάει. Στην αρχή μιλούσε με χαμηλή φωνή, διατακτικά, συγκροτημένα και σου έδινε την εντύπωση ότι δυσκολευόταν. Μίλησε για τη γέννηση και τη ζωή του μέσα στην εργατική τάξη, μέσα σ’ ένα περιβάλλον βρώμικο και άθλιο όπου η σάρκα και το πνεύμα είναι πεινασμένα και βασανίζονται το ίδιο. Περιέγραψε τις φιλοδοξίες του και τα ιδεώδη του και τη γνώμη που είχε σχηματίσει για τον παράδεισο όπου ζούσαν οι άνθρωποι των ανώτερων τάξεων. Είπε λοιπόν:
«Γνώριζα ότι πάνω από μένα βασίλευε ένα πνεύμα αλτρουϊσμού, καθαρές κι ευγενικές σκέψεις, μια υψηλή πνευματική ζωή. Τα γνώριζα όλα αυτά γιατί είχα διαβάσει τα μυθιστορήματα της «Παραθαλάσσιας Βιβλιοθήκης»[2], όπου όλοι οι άντρες και οι γυναίκες εκτός από τους προδότες και τους τυχοδιώχτες, έκαναν ωραίες σκέψεις, μιλούσαν μια όμορφη γλώσσα κι εκτελούσαν ένδοξες πράξεις. Με λίγα λόγια, όσο βέβαιος ήμουνα για την ανατολή του ήλιου άλλο τόσο πίστευα ότι πάνω από μένα υπήρχε κάθε τι το ωραίο και ευγενικό και χαριτωμένο, κάθε τι που έδινε αγνότητα και αξιοπρέπεια στη ζωή, κάθε τι που έκανε τη ζωή άξια να τη ζει κανείς, κάθε τι που θα μπορούσε ν’ ανταμείψει τον καθένα για τα βάσανά του και τη δυστυχία του».
Συνέχισε περιγράφοντας τη ζωή του στο εργοστάσιο, μετά σα μαθητευόμενος πεταλωτής και τέλος τη γνωριμία του με τους σοσιαλιστές. Στις γραμμές τους, είπε, είχε βρει σπουδαία πνεύματα, λαμπερά μυαλά, λειτουργούς του Ευαγγελίου που τους είχαν διώξει γιατί ο χριστιανισμός τους ήταν πάρα πολύ ευρύς για να χωρέσει σε τάγματα ιεραρχών που λατρεύουν το Μαμωνά και καθηγητές που τους είχε εξουθενώσει η δουλικότητα των πανεπιστημίων απέναντι στις κυρίαρχες τάξεις. Χαρακτήρισε τους σοσιαλιστές σαν επαναστάτες που παλεύουν να ανατρέψουν την παράλογη σημερινή κοινωνία και με τα υλικά της να χτίσουν την ορθολογική κοινωνία του μέλλοντος. Είπε και πολλά άλλα που θα μου έπαιρνε πολύ χρόνο για να τα γράψω, αλλά δε θα ξεχάσω ποτέ το πως περιέγραψε τη ζωή του ανάμεσα στους επαναστάτες. Χάθηκε κάθε δισταγμός στην έκφρασή του, η φωνή του γινόταν όλο και πιο δυνατή, πιο σταθερή, πιο φλογερή όπως η φλογερή του ιδιοσυγκρασία, και οι σκέψεις του ξεχύνονταν αβίαστα σαν ένας φλογερός χείμαρρος.
«Ανάμεσα στους επαναστάτες, είπε, βρήκα ακόμα ένθερμη πίστη στην ανθρωπότητα, φλογερό ιδεαλισμό, την αγαλλίαση του αλτρουϊσμού, αυταπάρνηση και περιφρόνηση στα μαρτύρια, κάθε τι υπέροχο που χαρακτηρίζει και κεντρίζει το πνεύμα. Εδώ η ζωή ήταν αγνή, ευγενική, ζωντανή. Ήρθα σ’ επαφή με μεγάλες ψυχές που ανύψωναν τη σάρκα και το πνεύμα πάνω από τα δολλάρια και τα σεντς και που γι’ αυτούς το αδύνατο κλάμα ενός πεινασμένου παιδιού μέσα σε μια τρώγλη είχε πιο πολύ αξία από όλη την επίδειξη και το μηχανισμό της εμπορικής εξάπλωσης και την κατάκτηση του κόσμου. Όλα γύρω μου μαρτυρούσαν την ευγένεια του σκοπού και τον ηρωισμό της προσπάθειας, όλες μου οι μέρες και οι νύχτες ήταν λουσμένες από το φως του ήλιου και των αστεριών, όλα γύρω μου ήταν σαν να ζούσα σ’ ένα καμίνι και σ’ ένα δροσερό ανθώνα, μπροστά στα μάτια μου έκαιγε συνεχώς κι αστραποβολούσε το καυτό ανθρώπινο αίμα του Χριστού που τόσο πολύ υπέφερε και που τόσο τον κακομεταχειρίστηκαν αλλά που στο τέλος δικαιώθηκε και σώθηκε».
Όπως και άλλοτε τον είχα δει ν’ αλλάζει μορφή έτσι και τώρα στεκόταν μπροστά μου μεταμορφωμένος. Ένα εσωτερικό φως φώτιζε το μέτωπό του και τα μάτια του λάμπαν περισσότερο καθώς τον τύλιγε ολόκληρον ένας ακτινοβόλος μανδύας. Αλλά οι άλλοι δεν έβλεπαν αυτό το φωτοστέφανο κι εγώ απέδωσα αυτήν την οπτασία στα δάκρυα χαράς και έρωτα που είχαν σκεπάσει τα μάτια μου. Οπωσδήποτε ο κύριος Γουίκσον που καθόταν πίσω μου παρέμενε ασυγκίνητος γιατί τον άκουσα που πέταξε με κάποιο σαρκασμό «ουτοπιστής»[3].
Ο Έρνεστ συνέχισε να διηγείται τα πως μεγάλωσε μέσα στην κοινωνία μέχρι που τέλος ήρθε σ’ επαφή με μέλη των ανώτερων τάξεων και συναναστράφηκε από κοντά ανθρώπους που κατείχαν υψηλές θέσεις. Τότε ήρθε η απογοήτευση, κι αυτήν την απογοήτευση την περιέγραψε με λόγια, που δεν κολάκευαν καθόλου το ακροατήριό του. Τον εξέπληξε η χυδαία πάστα από την οποία ήταν φτιαγμένοι. Ανακάλυψε ότι η ζωή εδώ δεν είχε καμιά λεπτότητα και χάρη. Τον είχε αφήσει κατάπληκτο ο εγωϊσμός που συναντούσε, αλλά πάνω απ’ όλα τον είχε καταπλήξει η απουσία κάθε πνευματικής ζωής. Με νωπές τις εντυπώσεις από τους φίλους του επαναστάτες, η πνευματική στειρότητα της άρχουσας τάξης του είχε προκαλέσει σοκ. Και τότε, παρά τις μεγαλοπρεπείς εκκλησίες τους και τους καλοπληρωμένους παπάδες τους, είχε ανακαλύψει ότι αυτοί οι άρχοντες, άντρες και γυναίκες, ήσαν εξαιρετικά χοντρόπετσοι. Είναι αλήθεια ότι πιπίλιζαν ασήμαντα γλυκερά ιδεώδη και ασήμαντες ηθικολογίες που τις είχαν περί πολλού, αλλά, παρ’ όλη αυτή τη φτηνή φλυαρία, ο τόνος που κυριαρχούσε στη ζωή που κάναν ήταν υλιστικός. Δεν είχαν καμιά πραγματική ηθική έστω σαν αυτή που δίδαξε ο Χριστός και που τώρα δε διδασκόταν πλέον.
«Συνάντησα ανθρώπους, είπε, που μέσα στις μελέτες τους εναντίον του πολέμου, επικαλούνταν το όνομα του Άρχοντα της Ειρήνης και βάζανε όπλα στα χέρια των Πίνκερτον[4] για να χτυπήσουν τους απεργούς στα εργοστάσιά τους. Συνάντησα ανθρώπους που αγανακτούσαν με τη βαρβαρότητα των χτυπημάτων στο μποξ και που ταυτόχρονα ήταν συνένοχοι για τη νόθευση των τροφίμων που σκότωναν κάθε χρόνο περισσότερα μωρά απ’ όσα σκότωσε ο αιμοσταγής Ηρώδης.
«Αυτός ο ευγενικός κύριος με τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά ήταν ένας διευθυντής ανδρείκελο, υποχείριο των εταιριών που λήστευαν κρυφά χήρες και ορφανά. Εκείνος ο κύριος που έκανε συλλογή από ωραίες εκδόσεις και παρίστανε τον προστάτη της λογοτεχνίας εξαγόραζε τον κομματάρχη των κοινοτικών εκλογών με τη χοντρή μασέλα και τα παχειά φρύδια. Αυτός ο εκδότης που δημοσίευε διαφημίσεις για πατέντες φαρμάκων με αποκάλεσε αλητήριο δημαγωγό, όταν τον προκάλεσα να δημοσιεύσει στις εφημερίδες του την αλήθεια γι’ αυτές τις πατέντες[5]. Εκείνος ο άλλος που μιλούσε με τόνο σοβαρό και πειστικό για τις ομορφιές του ιδεαλισμού και την καλοσύνη του θεού, μόλις είχε τυλίξει τους συνεταίρους του σε μια σοβαρή επιχειρηματική υπόθεση. Αυτός ο άνθρωπος που θεωρείτο κολώνα της εκκλησίας και μεγάλος δωρητής των ιεραποστολών έβαζε τα κοριτσάκια να εργάζονται στο μαγαζί του δέκα ώρες την ημέρα για ένα μεροκάματο πείνας, πράγμα που ενθάρρυνε κατ’ ευθείαν την πορνεία. Εκείνος ο άλλος που χρηματοδοτούσε πανεπιστημιακές έδρες και βοηθούσε στην ανέγερση μεγαλόπρεπων ναών, πατούσε τον όρκο του στα δικαστήρια για μερικά δολλάρια, για λίγα σεντς. Αυτός ο μεγιστάνας των σιδηροδρόμων καταπατούσε το λόγο του που είχε δώσει σαν πολίτης, σαν κύριος, σαν Χριστιανός όταν έδινε μυστικά εισιτήρια ελευθέρας κι έδινε πολλά τέτοια. Αυτός εκεί ο γερουσιαστής ήταν ένα εξάρτημα, ένας σκλάβος, μια μαριονέτα στα χέρια ενός χυδαίου και αγράμματου κομματάρχη[6]. Το ίδιο ήταν κι αυτός ο Κυβερνήτης κι εκείνος ο ανώτατος δικαστής. Και οι τρείς ταξίδευαν δωρεάν στους σιδηροδρόμους. Όμως εκείνος ο καπιταλιστής με το γυαλιστερό δέρμα ήταν το αφεντικό και της εκλογικής μηχανής και του κομματάρχη και των σιδηροδρόμων που εκδίδαν τις άδειες ελευθέρας κυκλοφορίας.
«Κι έτσι αντί για τον παράδεισο βρέθηκα μέσα στην άγονη έρημο του εμπορίου. Εκεί μέσα βασίλευε η βλακεία σε οτιδήποτε ήταν έξω από μπίζινες. Δε συνάντησα κανέναν άνθρωπο καθαρό, ευγενικό και ζωντανό αν και βρήκα πολλούς ζωντανούς σε κατάσταση σήψης. Βρήκα μόνο σ’ αυτούς ένα τερατώδη εγωϊσμό και απανθρωπιά, ένα χονδροειδή, αδηφάγο και ταυτόχρονα πρακτικό υλισμό ίσο στα μέτρα τους».
Ο Έρνεστ τοyς είπε πολλά ακόμα γι’ αυτούς τους ίδιους και για τη δική του απογοήτευση. Η πνευματική τους καλλιέργεια του προκαλούσε πλήξη, η ηθική και πνευματική τους υπόσταση τον είχαν αηδιάσει. Έτσι με χαρά ξαναγύρισε πίσω στους επαναστάτες που ήσαν αγνοί, μ’ ευγένεια ψυχής και ζωντανοί ενώ οι καπιταλιστές δεν είχαν τίποτα απ’ όλα αυτά.
«Και τώρα, είπε, θα σας μιλήσω γι’ αυτή την επανάσταση».
Προτού όμως συνεχίσω πρέπει να πω εδώ ότι αυτή η τρομερή διάλεξη τού Έρνεστ δεν τους είχε αγγίξει καθόλου. Παρατήρησα γύρω μου τα πρόσωπά τους και είδα ότι διατηρούσαν πάντοτε ένα ύφος ικανοποίησης και ανωτερότητας. Και θυμήθηκα αυτό που μου είχε πει: καμιά κατηγόρια για την ηθική τους δεν ήταν ικανή να τους συγκινήσει. Παρ’ όλα αυτά αντιλήφθηκα ότι η τολμηρότητα της γλώσσας του είχε πειράξει τη δεσποινίδα Μπρέντγουντ. Είχε ενοχληθεί και κυττούσε με ύφος ανήσυχο.
Ο Έρνεστ άρχισε να περιγράφει το στρατό της επανάστασης και όταν έδωσε την αριθμητική του δύναμη (σύμφωνα με τα εκλογικά αποτελέσματα των διαφόρων χωρών), το ακροατήριο άρχισε να ταράζεται. Το πρόσωπό τους πρόδιδε ανησυχία και τους είδα να σφίγγουν τα χείλια τους. Στο τέλος τους πέταξε το γάντι για ν’ αρχίσει η μάχη. Περιέγραψε τη διεθνή οργάνωση των σοσιαλιστών: ένα και μισό εκατομμύριο σοσιαλιστές των Ενωμένων Πολιτειών είχαν ενωθεί με τα είκοσι τριάμισυ εκατομμύρια πού βρίσκονταν στον υπόλοιπο κόσμο.
«Ένας τέτοιος επαναστατικός στρατός, με δύναμη είκοσι πέντε εκατομμύρια, είπε, μπορεί να εξαναγκάσει τις άρχουσες και διευθύνουσες τάξεις να σταθούν και να τον υπολογίσουν. Η κραυγή αυτού του στρατού είναι: «Καμιά συνθηκολόγηση! Μάς χρειάζονται όλα όσα κατέχετε. Δε θα αρκεστούμε σέ τίποτα λιγότερο απ’ όλα όσα κατέχετε. Θέλουμε να πάρουμε στα χέρια μας τα ηνία της εξουσίας και τη μοίρα του ανθρώπινου γένους. Να τα χέρια μας. Είναι χέρια δυνατά. Θα σας πάρουμε την κυβέρνησή σας, τα παλάτια σας και όλη σας τη χρυσωμένη άνεση και από κείνη τη μέρα θα δουλεύετε για το ψωμί σας όπως ο χωρικός στα χωράφια του, όπως ο κακομοίρης και πεινασμένος υπάλληλος στις πόλεις σας. Να τα χέρια μας. Είναι χέρια δυνατά!».
Και καθώς μιλούσε τέντωσε από τούς υπέροχους ώμους του τα μεγάλα του μπράτσα και με τις χοντρές παλάμες του πεταλωτή ζύμωνε τον αέρα όπως κάνει ο αετός με τα νύχια του. Ήταν το ίδιο το σύμβολο της εργασίας την ώρα του θριάμβου της, καθώς στεκόταν εκεί με τα χέρια ανοιγμένα, έτοιμα ν’ αρπάξουν και να συντρίψουν το ακροατήριό του. Ένοιωσα τους ακροατές να κάνουν μια ανεπαίσθητη κίνηση υποχώρησης μπροστά σ’ αυτή τη συγκεκριμένη, δυναμική, απειλητική μορφή της επανάστασης. Τα πρόσωπα των γυναικών σίγουρα συσπάστηκαν κι επάνω τους φάνηκε ο φόβος. Δε συνέβη το ίδιο με τους άντρες. Αυτοί ήσαν οι δραστήριοι πλούσιοι, δεν ήταν αργόσχολοι και γι’ αυτό ήταν μαχητικοί. Ένας σιγανός βαθύς γρυλισμός ακούστηκε να βγαίνει μέσα από το λαρύγγι τους, δόνησε για λίγο τον αέρα και μετά σταμάτησε. Ήταν το προανάκρουσμα του ουρλιάσματος -θα το άκουγα πολλές φορές εκείνο το βράδυ- η κραυγή του κτήνους που ξυπνούσε μέσα στον άνθρωπο, η απόδειξη των πρωτόγονων ενστίκτων του. Γιατί αυτός ο ήχος βγήκε από μέσα τους ασυναίσθητα. Ήταν η κραυγή της ορδής που μούγκριζε αυθόρμητα. Εκείνη τη στιγμή βλέποντας το σκληρό ύφος, που παίρναν τα πρόσωπά τους και την αστραπή της μάχης να λάμπει στα μάτια τους κατάλαβα ότι αυτοί οι άνθρωποι δε θάφηναν να τους αποσπάσουν εύκολα την κυριαρχία του κόσμου.
Ο Έρνεστ συνέχισε την επίθεσή του. Για το ένάμισυ εκατομμύριο των επαναστατών που υπάρχει στις Ενωμένες Πολιτείες κατηγόρησε την καπιταλιστική τάξη που κακομεταχειρίστηκε την κοινωνία. Σκιαγράφησε την οικονομική κατάσταση του ανθρώπου των σπηλαίων και των ανθρώπων που ζουν ακόμα σήμερα σε πρωτόγονη κατάσταση χωρίς εργαλεία και μηχανές και που παράγουν δύναμη μόνο με τα μέσα της φύσης. Κατόπιν περιέγραψε πως η ανάπτυξη των μηχανικών μέσων και η κοινωνική οργάνωση έκαναν την παραγωγική δύναμη του πολιτισμένου ανθρώπου χίλιες φορές μεγαλύτερη απ’ αυτή του πρωτόγονου.
«Πέντε άνθρωποι, είπε, μπορούν να παράγουν ψωμί για χίλιους. Ένας άνθρωπος μπορεί να παράγει ύφασμα για διακόσιους πενήντα ανθρώπους, μάλλινα πλεχτά για τριακόσιους και παπούτσια για χίλιους. Απ’ αυτά και μόνο θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι κάτω από μια σωστή διοίκηση της κοινωνίας, ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος θάπρεπε να ζει χίλιες φορές πιο άνετα από τον άνθρωπο των σπηλαίων. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ας το εξετάσουμε. Σήμερα στις Ενωμένες Πολιτείες υπάρχουν δέκα πέντε εκατομμύρια άνθρωποι[7] που ζουν μέσα στη φτώχεια. Κι όταν λέω φτώχεια εννοώ εκείνη την κατάσταση όπου η έλλειψη τροφής και κατάλληλης κατοικίας δεν επιτρέπει στον εργαζόμενο να φτάσει το μέσο επίπεδο απόδοσης στην εργασία. Στις Ενωμένες Πολιτείες υπάρχουν σήμερα παρά τη δήθεν εργατική νομοθεσία σας τρία εκατομμύρια παιδιά που εργάζονται[8]. Σε δώδεκα χρόνια ο αριθμός τους διπλασιάστηκε. Και μια και τόφερε η κουβέντα, ρωτώ εσάς που κατευθύνετε τις τύχες της κοινωνίας γιατί δε δημοσιεύσατε τα νούμερα της απογραφής του 1910; Θ’ απαντήσω εγώ για σας: γιατί τους φοβηθήκατε. Οι αριθμοί της εξαθλίωσης θα μπορούσαν να επισπεύσουν την επανάσταση που πλησιάζει.
«Αλλά για να επανέλθουμε στο κατηγορητήριό μου. Εάν η παραγωγική δύναμη του σύγχρονου ανθρώπου είναι χίλιες φορές μεγαλύτερη απ’ αυτή του ανθρώπου των σπηλαίων γιατί λοιπόν υπάρχουν σήμερα στις Ενωμένες Πολιτείες δέκα πέντε εκατομμύρια άνθρωποι που δε στεγάζονται όπως πρέπει και δεν τρέφονται όπως πρέπει; Γιατί σήμερα στις Ενωμένες Πολιτείες υπάρχουν τρία εκατομμύρια παιδιά που εργάζονται; Αυτή είναι μια σοβαρή κατηγορία. Η καπιταλιστική τάξη είναι υπεύθυνη της κακής διοίκησης. Μπροστά σ’ αυτά τα δεδομένα, ότι δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος ζει πιο άθλια από τον πρωτόγονο ενώ η παραγωγική του δύναμη είναι χίλιες φορές μεγαλύτερη, το μόνο δυνατό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η καπιταλιστική τάξη δεν διοίκησε σωστά, ότι δεν διοικήσατε σωστά, κύριοί μου, ότι διοικήσατε κατά τρόπο εγωιστικό, εγκληματικό. Και σ’ αυτό το σημείο δεν μπορείτε να μου απαντήσετε εδώ απόψε, πρόσωπο με πρόσωπο, ούτε κι ολόκληρη η τάξη σας μπορεί ν’ απαντήσει στο ένάμισυ εκατομμύριο επαναστατών των Ενωμένων Πολιτειών. Δεν μπορείτε ν’ απαντήσετε· σας προκαλώ ν’ απαντήσετε. Και τολμώ να σας πω από τώρα ότι κι όταν τελειώσω δε θ’ απαντήσετε. Σ’ αυτό το ζήτημα η γλώσσα σας είναι δεμένη αν και λέτε πολλά γι’ άλλα θέματα.
«Αποτύχατε στη διοίκησή σας. Φτιάξατε ένα σφαγείο αντί για πολιτισμό. Υπήρξατε τυφλοί και άπληστοι. Σηκωνόσαστε (και σηκώνεστε και σήμερα) μέσα στη Βουλή και δηλώνετε ξεδιάντροπα ότι θάταν αδύνατο νάχετε κέρδη χωρίς την εργασία των παιδιών και των νηπίων. Μη βασίζεστε μόνο στα λόγια μου· είναι όλα γραμμένα κι είναι εναντίον σας. Έχετε αποκοιμήσει τη συνείδησή σας με μωρολογίες από γλυκερά ιδεώδη και ηθικολογίες που σας είναι τόσο προσφιλείς. Έχετε χοντρύνει από δύναμη και πλούτο, έχετε μεθύσει από επιτυχία. Δεν μπορείτε να τα βάλετε μαζί μας όπως δεν μπορούν οι κηφήνες που μαζεύονται γύρω από τις κυψέλες όταν οι εργάτριες τους επιτίθονται για να βάλουν τέλος στη χορτάτη ύπαρξή τους. Αποτύχατε στη διακυβέρνηση τής κοινωνίας και η διακυβέρνηση θα σας αφαιρεθεί. Ενάμισυ εκατομμύριο άνθρωποι της εργατικής τάξης θα πάρουν με το μέρος τους όλη την υπόλοιπη εργατική τάξη και θα πάρουν την εξουσία από τα χέρια σας. Αυτό είναι η επανάσταση κύριοί μου. Σταματείστε την αν μπορείτε».
Για κάμποσα λεπτά της ώρας η ηχώ από τη φωνή του Έρνεστ συνέχιζε ν’ αντηχεί στη μεγάλη αίθουσα. Τότε υψώθηκε ο βραχνός γρυλισμός που είχα ακούσει πιο πριν και καμιά δωδεκαριά άνθρωποι σηκώθηκαν όρθιοι και απευθύνονταν ουρλιάζοντας στο συνταγματάρχη Βαν Γκίλμπερτ. Παρατήρησα ότι οι ώμοι της Δίδος Μπρέντγουντ κουνιόσαντε σπασμωδικά και για μια στιγμή θύμωσα, επειδή νόμισα ότι γελούσε με τον Έρνεστ. Μα αμέσως μετά κατάλαβα ότι δε γελούσε αλλά την είχε πιάσει υστερία. Είχε τρομοκρατηθεί γιατί αυτή είχε φέρει αυτόν τον πύρινο δαυλό μέσα στην αγαπημένη της Λέσχη των Φιλομαθών.
Ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ δεν πρόσεξε αυτούς τους ανθρώπους με τα παραμορφωμένα από το θυμό πρόσωπα, που του ζητούσαν να τους δώσει το λόγο. Είχε κι ο ίδιος ύφος αγριεμένο από το θυμό. Σηκώθηκε όρθιος κουνώντας τα χέρια του και για μια στιγμή δεν μπορούσε να βγάλει από το στόμα του παρά μόνο άναρθρες κραυγές. Μετά ξεχύθηκε ένας χείμαρρος από λόγια. Δεν ήταν όμως η γλώσσα ενός δικηγόρου των εκατό χιλιάδων δολλαρίων ούτε η πεπαλαιωμένη ρητορική του.
— Λάθη, λάθη το ένα πάνω στο άλλο, κραύγασε. Δεν άκουσα ποτέ στη ζωή μου τόσα πολλά λάθη σε ομιλία μιας ώρας. Κι εξ άλλου νεαρέ, πρέπει να ξέρετε ότι δεν είπατε τίποτα το καινούργιο. Όλα αυτά τα έμαθα στο Κολλέγιο πριν να γεννηθείτε. Είναι περίπου δυο αιώνες αφ’ ότου ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ διατύπωσε τη σοσιαλιστική σας θεωρία. Η επάνοδος στη γη, πιφ! Επιστροφή! Η βιολογία μας διδάσκει πόσο παράλογο είναι κάτι τέτοιο. Λέγεται, πολύ σωστά, ότι η ημιμάθεια είναι επικίνδυνο πράγμα. Απόψε μας δώσατε ένα παράδειγμα με τις ανόητες θεωρίες σας. Λάθη και πάλι λάθη! Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα νοιώσει μια τέτοια ναυτία από μια πληθώρα λαθών. Αυτά, για τις βιαστικές γενικεύσεις σας και τούς παιδιάστικους συλλογισμούς σας.
Χτύπησε τα δάχτυλά του με ύφος περιφρονητικό και πήγε να καθήσει. Οι γυναίκες εξέφρασαν την επιδοκιμασία τους με επιφωνήματα των χειλιών και οι άντρες με βραχνούς λαρυγγισμούς. Όσο για κείνους τους δώδεκα περίπου που ζητούσαν το λόγο κραυγάζοντας, οι μισοί απ’ αυτούς άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί. Ήταν ένα απερίγραπτο πανδαιμόνιο, ένας πραγματικός πύργος της Βαβέλ. Ποτέ οι τεράστιες αίθουσες της κυρίας Περτονγουέϊτ δεν είχαν δει τέτοιο θέαμα. Ώστε αυτοί ήσαν οι ψύχραιμες κεφαλές τού βιομηχανικού κόσμου, η αφρόκρεμα της κοινωνίας, αυτοί οι άγριοι με βραδυνό ένδυμα που μούγκριζαν και γρύλιζαν. Ο Έρνεστ τους είχε πραγματικά ταρακουνήσει όταν άπλωσε τα χέρια τους προς το πουγκί τους, αυτά τα χέρια πού στα μάτια τους φάνηκαν σαν τα χέρια του ενάμισυ εκατομμυρίου των επαναστατών.
Ο Έρνεστ δεν τα έχανε όμως μπροστά σε καμιά κατάσταση. Πριν ακόμα καταφέρει να καθήσει ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ, ο Έρνεστ ήταν κιόλας όρθιος κι έκανε ένα βήμα μπροστά.
— Ένας, ένας, τους φώναξε δυνατά.
Η φωνή που βγήκε από τα πλατειά του στήθη δάμασε την ανθρώπινη θύελλα. Η αγνή δύναμη της προσωπικότητάς του τους επέβαλε σιωπή.
— Ένας, ένας, επανέλαβε ήρεμα. Αφήστε με να σας απαντήσω συνταγματάρχη Βαν Γκίλμπερτ. Μετά απ’ αυτό οι υπόλοιποι μπορούν να πουν ότι θέλουν, αλλά μη ξεχνάτε ένας κάθε φορά, όχι όλοι μαζί, δεν είναι ποδοσφαιρικό γήπεδο εδώ πέρα.
— Όσο για σας, συνέχισε γυρίζοντας προς τον συνταγματάρχη Βαν Γκίλμπερτ δε δώσατε καμιά απάντηση σ’ αυτά που είπα. Κάνατε μόνο μερικές οργισμένες δογματικές εκτιμήσεις του διανοητικού μου βεληνεκούς. Αυτά μπορεί να είναι καλά για τη δουλειά σας αλλά σε μένα δεν μπορείτε να μιλάτε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν είμαι ο εργάτης που ήρθα με το κασκέτο στο χέρι να σας ζητήσω να μου αυξήσετε το μεροκάματο ή να με προστατέψετε από τη μηχανή που δουλεύω. Όσο θάχετε να κάνετε μαζί μου δεν μπορείτε να είστε δογματικός με την αλήθεια. Κρατείστε αυτά τα καμώματα για τις σχέσεις σας με τους σκλάβους μεροκαματιάρηδές σας που δεν τολμούν να σας απαντήσουν γιατί κρατάτε στα χέρια σας το ψωμί τους και τη ζωή τους.
«Όσο γι’ αυτή την επιστροφή στη Φύση πού ισχυρίζεστε ότι μάθατε στο κολλέγιο πριν να γεννηθώ, επιτρέψτε μου να σας πω ότι μετά απ’ αυτό φαίνεται πως δε μάθατε τίποτα άλλο. Ο σοσιαλισμός έχει τόση σχέση μ’ αυτή την επιστροφή στη Φύση, όση ο διαφορικός λογισμός με το Κατηχητικό. Είχα αποκαλέσει την τάξη σας ηλίθια έξω από τον τομέα των επιχειρήσεων. Εσείς, κύριε, προσφέρατε ένα λαμπρό παράδειγμα γι’ αυτό που υποστήριξα».
Τα νεύρα της Δίδος Μπρέντγουντ δεν μπόρεσαν ν’ αντέξουν αυτή την τρομερή απάντηση προς τον δικηγόρο της των εκατό χιλιάδων δολλαρίων. Η υστερία της έφτασε στο κατακόρυφο και χρειάστηκε να τη μεταφέρουν έξω από το δωμάτιο ενώ έκλαιγε και γελούσε ταυτόχρονα. Κι αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που θα επακολουθούσε.
«Μη βασίζεστε στα λόγια μου, συνέχισε ο Έρνεστ μετά από κείνη τη διακοπή. Οι δικές σας αυθεντίες θα σας αποδείξουν ομόφωνα ότι είστε ηλίθιος. Οι μισθωμένοι από σας προμηθευτές επιστήμης θα σας πουν ότι κάνετε λάθος. Συμβουλευτείτε τον πιο ασήμαντο κοινωνιολόγο, το βοηθό κάποιου καθηγητή και ρωτήστε τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη θεωρία του Ρουσσώ για την επιστροφή στη Φύση και το σοσιαλισμό. Ρωτήστε τους μεγαλύτερους ορθόδοξους αστούς οικονομολόγους σας και κοινωνιολόγους σας, ψάξτε μέσα στις σελίδες οποιουδήποτε εγχειρίδιου πάνω σ’ αυτό το θέμα, ξεχασμένου στα ράφια των επιχορηγούμενων βιβλιοθηκών σας. Από παντού θα σας δοθεί η απάντηση ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στην επιστροφή στη Φύση και το σοσιαλισμό. Αντίθετα θα σας δοθεί ομόφωνα η απάντηση ότι η επιστροφή στη Φύση και ο σοσιαλισμός είναι δυο διαμετρικά αντίθετα πράγματα. Σας επαναλαμβάνω, μην βασίζεστε μόνο στα λόγια μου. Το μέγεθος της βλακείας σας βρίσκεται εκεί μέσα στα βιβλία, μέσα στα δικά σας βιβλία, που ποτέ δεν διαβάζετε. Και όσο για τη βλακεία σας, δεν είστε παρά το τυπικό δείγμα τής τάξης σας.
«Ξέρετε από νόμους και επιχειρήσεις, συνταγματάρχη Βαν Γκίλμπερτ. Ξέρετε να εξυπηρετείτε τις εταιρίες και να αυξάνετε το μέρισμα των μετοχών διαστρεβλώνοντας το νόμο. Πολύ ωραία. Μείνετε σ’ αυτό. Είστε ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση. Είστε ένας πολύ καλός δικηγόρος, αλλά ένας άθλιος ιστορικός. Δεν ξέρετε τίποτα από κοινωνιολογία και οι γνώσεις σας για τη βιολογία σταματούν στον Πλίνιο».
Ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ δεν μπορούσε να σταθεί πάνω στην καρέκλα του. Μέσα στην αίθουσα έγινε απόλυτη σιωπή. Όλοι είχαν μείνει άφωνοι λες κι είχαν παραλύσει. Αυτή η τρομερή συμπεριφορά προς το μεγάλο συνταγματάρχη Βαν Γκίλμπερτ ήταν ανήκουστη, αφάνταστη, απίστευτη. Όταν σηκωνόταν να μιλήσει στο δικαστήριο, οι δικαστές τρέμανε μπροστά του. Ό Έρνεστ όμως ήταν πάντοτε ανελέητος με τον εχθρό.
«Αυτό φυσικά δεν αποτελεί μομφή εναντίον σας, συνέχισε, ο Έρνεστ. Έκαστος εφ’ ώ ετάχθη. Μείνετε στα δικά σας λημέρια κι εγώ στα δικά μου. Έχετε ειδικευτεί. Όταν πρόκειται για τη γνώση του νόμου, για το πως θ’ αποφύγετε καλλίτερα τους νόμους ή θα φτιάξετε καινούργιους για να κερδίζουν περισσότερα οι ληστρικές εταιρίες, θα γίνω χαλί να με πατήσετε. Αλλά όταν πρόκειται για κοινωνιολογία πούναι η δουλειά μου δεν είστε παρά η σκόνη των υποδημάτων μου. Να το θυμάστε καλά αυτό. Μη ξεχνάτε ακόμα ότι ο νόμος είναι πράγμα εφήμερο κι ότι η ευστροφία σας δε διαρκεί πάνω από μια μέρα. Επομένως οι δογματικές διαβεβαιώσεις και οι απερίσκεφτες γενικεύσεις σας πάνω σε θέματα ιστορικά ή κοινωνιολογικά δεν αξίζουν τη φαιά ουσία που καταναλώνετε για να τις διατυπώσετε».
Ο Έρνεστ σταμάτησε για μια στιγμή και τον κοίταξε σκεφτικά. Το σκοτεινιασμένο του πρόσωπο είχε παραμορφωθεί από το θυμό, το στήθος του ανεβοκατέβαινε, το σώμα του κινιόταν ανήσυχα κι άνοιγε κι έκλεινε νευρικά τα λεπτά άσπρα του δάκτυλα.
«Αλλά φαίνεται, συνέχισε, έχετε λόγια για χάσιμο και θα σας δώσω μια ευκαιρία. Κατηγόρησα την τάξη σας. Δείξτε μου ότι έχω άδικο. Σάς έδειξα την απελπιστική κατάσταση του σύγχρονου ανθρώπου. Στις Ενωμένες Πολιτείες υπάρχουν τρία εκατομμύρια παιδιά σκλάβοι, που πολλαπλασιάζουν τα κέρδη και δέκα πέντε εκατομμύρια υποσιτιζόμενοι, κακοντυμένοι και άθλια στεγαζόμενοι άνθρωποι. Σας απέδειξα ότι χάρη στην κοινωνική οργάνωση και τη χρήση των μηχανικών μέσων, η παραγωγική δύναμη του σύγχρονου ανθρώπου είναι χίλιες φορές μεγαλύτερη από κείνη του ανθρώπου των σπηλαίων. Και σας είπα ότι απ’ αυτά τα δυο δεδομένα το μόνο συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι η κακή διοίκηση της καπιταλιστικής τάξης. Αυτό ήταν το κατηγορώ μου και σας προκάλεσα στα ίσα και επανειλημμένα ν’ απαντήσετε σ’ αυτό. Και μάλιστα πήγα ακόμα πιο μακρυά. Σάς προειδοποίησα ότι δε θα απαντούσατε. Θα μπορούσατε να χρησιμοποιήσετε τα άσκοπα λόγια σας για να διαψεύστε την προειδοποίησή μου. Βρήκατε την ομιλία μου γεμάτη λάθη. Αποδείξτε αυτά τα λάθη συνταγματάρχη Βαν Γκίλμπερτ. Εγώ και το ενάμισυ εκατομμύριο των συντρόφων μου κατηγορούμε την τάξη σας και σας. Αποκρούστε αυτή την κατηγορία».
Ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ είχε ξεχάσει τελείως ότι ο ρόλος του προέδρου του επέβαλε να παραχωρήσει ευγενικά το λόγο σ’ αυτούς που τον ζητούσαν. Πετάχτηκε όρθιος, σκορπίζοντας στους τέσσαρις ανέμους τα χέρια του, τη ρητορική του και την αυτοκυριαρχία του. Πότε κατηγορούσε το νεαρόν της ηλικίας του Έρνεστ και τη δημαγωγία του και πότε την εργατική τάξη θεωρώντας την ανίκανη και χωρίς καμιά αξία.
Όταν τέλειωσε όλη αυτή η λογοδιάρροια ο Έρνεστ έδωσε την εξής απάντηση:
—Δεν ξανάδα ποτέ έναν άνθρωπο του νόμου σαν εσάς, που να μην μπορεί καθόλου να σταθεί σ’ ένα σημείο. Το ότι είμαι νέος στην ηλικία ή ότι η εργατική τάξη δεν αξίζει τίποτα δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτά που είπα. Κατηγόρησα την καπιταλιστική τάξη για κακή διοίκηση της κοινωνίας. Δεν απαντήσατε. Ούτε καν προσπαθήσατε να δώσετε κάποια απάντηση. Γιατί; Μήπως δεν έχετε τι ν’ απαντήσετε; Είστε ότι καλλίτερο έχει να επιδείξει αυτό το ακροατήριο. Όλοι τους εδώ, εκτός από μένα κρέμονται από τα χείλια σας, περιμένουν μιαν απάντηση που οι ίδιοι δεν μπορούν να δώσουν. Όσο για μένα σας το ξανάπα και πριν, ξέρω ότι δεν μπορείτε να δώσετε καμιά απάντηση κι ούτε θα επιχειρήσετε να δώσετε.
— Αυτό είναι ασυγχώρητο, κραύγασε ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ. Αυτό είναι βρισιά.
— Αυτό που είναι ασυγχώρητο είναι που δεν μπορείτε να δώσετε καμιά απάντηση, είπε σοβαρά ό Έρνεστ. Κανείς δεν μπορεί να θιγεί από μια διανοητική διεργασία. Η βρισιά από τη φύση της ανήκει στο συγκινησιακό χώρο. Ελάτε στα συγκαλά σας. Δώστε μου μια απάντηση επεξεργασμένη από το μυαλό στο δικό μου κατηγορώ που έχει διαμορφωθεί μετά από σκέψη, ότι η καπιταλιστική τάξη δηλαδή δε διοίκησε καλά την κοινωνία.
Ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ παρέμεινε σιωπηλός, συνοφρυωμένος με την έκφραση ενός ανώτερου ανθρώπου που δεν καταδέχεται να διαπληκτιστεί μ’ έναν τιποτένιο.
— Μην το παίρνετε κατάκαρδα, είπε ο Έρνεστ. Παρηγορηθείτε με το γεγονός ότι κανένα μέλος της τάξης σας δεν μπόρεσε ακόμα ν’ απαντήσει σ’ αυτή την κατηγόρια.
Γύρισε στους άλλους που περίμεναν ανυπόμονα να μιλήσουν.
— Και τώρα να η ευκαιρία που σας δίνεται. Εμπρός λοιπόν, μην ξεχνάτε ότι σας προκάλεσα όλους σας να δώσετε την απάντηση που ο συνταγματάρχης Βαν Γκίλμπερτ δεν μπόρεσε να δώσει.
Θα μου ήταν αδύνατο να μεταφέρω όλα όσα ειπώθηκαν σ’ εκείνη τη συζήτηση. Ποτέ δε θα μπορούσα να φανταστώ πόσα πολλά λόγια μπορούν να ειπωθούν στο σύντομο διάστημα των τριών ωρών. […]
Και η διαμάχη συνεχιζόταν. Μερικές φορές άλλαζε το ξίφος με το ρόπαλο και συνέτριβε τις σκέψεις τους δεξιά και αριστερά. Ζητούσε πάντοτε να του αναφέρουν γεγονότα ενώ αρνιόταν να συζητήσει θεωρίες. Και τα γεγονότα που ανάφερε αυτός ήταν συντριπτικά για κείνους. Όταν επιτίθονταν στην εργατική τάξη τους απαντούσε πάντοτε: «Είναι σαν το τηγάνι που κατηγορεί την κατσαρόλα ότι είναι μαύρη από τη φωτιά. Αυτό όμως δεν μπορεί να ξεπλύνει τη δική σας μαυρίλα που σκεπάζει το πρόσωπό σας». […]
Προς το τέλος της συζήτησης ο κύριος Γουΐκσον πήρε το λόγο. Ήταν ο μόνος που ήταν ήρεμος και ο Έρνεστ του έδειξε ότι τον υπολογίζει πράγμα πού δεν είχε δείξει στους άλλους.
— Δεν χρειάζεται καμιά απάντηση, είπε ο κύριος Γουΐκσον προφέροντας αργά τις φράσεις του. Παρακολούθησα με έκπληξη και αηδία όλη αυτή τη συζήτηση. Είμαι αηδιασμένος με σας κύριοι, μέλη της τάξης μου. Συμπεριφερθήκατε σαν ανόητα σκολιαρόπαιδα, ανακατέψατε σε μια τέτοια συζήτηση τις ηθικολογίες και ηχηρές λέξεις ενός κοινού πολιτικάντη. Βγήκατε έξω από την στρατηγική σας, έξω από την τάξη σας. Κάνατε πολύ θόρυβο που δεν ήταν παρά ο βόμβος ενός κουνουπιού. Βουίζατε σαν κουνούπια γύρω από μια αρκούδα. Κύριοι εδώ μπροστά σας στέκεται η αρκούδα (έδειξε τον Έρνεστ) και με το βουϊτό σας του γαργαλίσατε μόνο τ’ αυτιά.
«Πιστέψτε με, η κατάσταση είναι σοβαρή. Απόψε η αρκούδα ύψωσε τα πέλματα για να μας συντρίψει. Είπε ότι υπάρχουν ενάμισυ εκατομμύριο επαναστάτες στις Ενωμένες Πολιτείες. Είναι γεγονός. Είπε ότι έχουν σκοπό να μας αφαιρέσουν την κυβέρνησή μας, τα παλάτια μας, τη χρυσή άνεσή μας. Κι αυτό είναι γεγονός. Μια αλλαγή, μια μεγάλη κοινωνική αλλαγή ετοιμάζεται, αλλά, ευτυχώς, θα μπορεί και να μην είναι η αλλαγή που προβλέπει η αρκούδα. Η αρκούδα είπε ότι θα μας συντρίψει. Γιατί να μη συντρίψουμε εμείς την αρκούδα;»
Το μούγκρισμα ξαπλώθηκε σ’ όλη τη μεγάλη αίθουσα. Ο ένας με τον άλλο κούναγαν το κεφάλι τους σε ένδειξη επιδοκιμασίας και ανακούφισης. Τα πρόσωπά τους έγιναν σκληρά. Ήταν μαχητές αυτό ήταν βέβαιο.
«Αλλά δε θα συντρίψουμε την αρκούδα με το βόμβο των κουνουπιών, συνέχισε ο κ. Γουΐκσον ψυχρά και χωρίς καθόλου πάθος στη φωνή του. Θα την κυνηγήσουμε την αρκούδα. Δε θ’ απαντήσουμε στην αρκούδα με λόγια. Η απάντησή μας θα δοθεί από θέση ισχύος. Κατέχουμε την εξουσία. Κανείς δεν μπορεί να τ’ αρνηθεί. Και με τη δύναμη που μας δίνει η εξουσία θα παραμείνουμε στην εξουσία».
Γύρισε ξαφνικά προς τον Έρνεστ. Η στιγμή ήταν δραματική.
«Ιδού η απάντησή μας. Δε θα χάσουμε τα λόγια μας μαζί σας. Όταν θ’ απλώσετε τα χέρια σας που με υπερηφάνεια μας είπατε ότι είναι τόσο δυνατά, για ν’ αρπάξετε τα παλάτια μας και τη χρυσωμένη μας άνεση, θα σας δείξουμε τι σημαίνει δύναμη. Θ’ απαντήσουμε με οβίδες, με σράπνελ, και με ριπές πολυβόλων[9]. Θα λειώσουμε εσάς τους επαναστάτες κάτω από τη φτέρνα μας και θα περπατήσουμε πάνω στα πρόσωπά σας. Ο κόσμος είναι δικός μας, είμαστε οι κυρίαρχοι αυτού του κόσμου και θα παραμείνει δικός μας. Όσο για τις λεγεώνες των εργαζομένων, βρίσκονταν μέσα στη λάσπη από τότε που άρχισε η ιστορία, και ερμηνεύω σωστά την ιστορία. Και θα παραμείνουν μέσα στη λάσπη όσο καιρό εγώ και οι δικοί μου κι αυτοί που θάρθουν μετά από μας θάχουν την εξουσία. Αυτή είναι η μεγάλη λέξη, αυτή είναι ο βασιλιάς των λέξεων. Ούτε ο Θεός ούτε ο Μαμωνάς μόνο η Εξουσία. Στριφογυρίστε αυτή τη λέξη μέσα στο στόμα σας μέχρι να σας τσούξει. Η Εξουσία».
— Πήρα απάντηση, είπε, ήρεμα ό Έρνεστ, και είναι η μόνη απάντηση που μπορούσε να δοθεί. Η Εξουσία. Είναι αυτό που κηρύσσουμε εμείς, οι άνθρωποι της εργατικής τάξης. Ξέρουμε, γιατί μια πικρή πείρα μας τόχει διδάξει, ότι δεν πρόκειται ποτέ να σας συγκινήσουμε με το να επικαλεστούμε το σωστό, τη δικαιοσύνη, την ανθρωπιά. Οι καρδιές σας είναι σκληρές σαν τις φτέρνες σας που μ’ αυτές συντρίβετε τα πρόσωπα των φτωχών. Γι’ αυτό ζητάμε την κατάληψη της εξουσίας. Και με τη δύναμη των ψήφων μας θα πάρουμε την κυβέρνηση από τα χέρια σας την ημέρα των εκλογών.
—Ακόμα κι αν έχετε την πλειοψηφία, την συντριπτική πλειοψηφία την ημέρα των εκλογών, τον διέκοψε ο κ. Γουΐκσον για να ρωτήσει, υποθέστε ότι αρνούμαστε να σας παραδώσουμε την κυβέρνηση που καταλάβατε με τις ψήφους, τι θα κάνετε τότε;
— Κι αυτό επίσης το έχουμε προβλέψει, απάντησε ο Έρνεστ, και θα σας απαντήσουμε με σφαίρες. Εσείς αποκαλέσατε την Εξουσία, τη Δύναμη βασιλιά των λέξεων. Πολύ ωραία. Θάναι λοιπόν ζήτημα δύναμης. Μας ρωτάτε τί θα κάνουμε την ημέρα που θάχουμε νικήσει στις κάλπες και σεις θ’ αρνηθείτε να μας παραδώσετε την κυβέρνηση που θάχουμε καταλάβει κοινοβουλευτικά και ειρηνικά, σας λέω κι εγώ ότι θα σας απαντήσουμε με το σφύριγμα των οβίδων και των σράπνελ και τον κροταλισμό των πολυβόλων.
«Δεν μπορείτε να μας ξεφύγετε. Είναι αλήθεια ότι ερμηνεύσατε σωστά την ιστορία. Είναι αλήθεια ότι από την αρχή της ιστορίας η εργασία ήταν μέσα στη λάσπη. Και είναι επίσης αλήθεια ότι θα παραμείνει στη λάσπη όσο καιρό σεις και οι δικοί σας κι αυτοί  που θάρθουν μετά από σας θα έχουν την εξουσία. Συμφωνώ μαζί σας. Συμφωνώ με όλα όσα είπατε. Η εξουσία θάναι το μήλο της έριδος όπως υπήρξε πάντοτε. Πρόκειται για πάλη των τάξεων. Όπως η δική σας τάξη ανέτρεψε την παλιά φεουδαρχία, θ’ ανατραπεί με τη σειρά της από τη δική μου τάξη, την εργατική τάξη. Αν θα διαβάσετε τη βιολογία σας και την κοινωνιολογία σας τόσο καθαρά όσο διαβάσατε την ιστορία σας θα δείτε ότι το τέλος που περιέγραψα είναι αναπόφευκτο. Δεν έχει καμιά σημασία αν αυτό θα γίνει σ’ ένα χρόνο ή σε δέκα χρόνια ή σε χίλια· η τάξη σας θ’ ανατραπεί. Κι αυτό θα γίνει δυναμικά. Αυτή η λέξη τριβελίζει τόσο πολύ το μυαλό όλων μας που μας τσούζει όλους εμάς τις στρατιές των εργαζομένων. Εξουσία, Δύναμη. Είναι πραγματικά ο βασιλιάς των λέξεων».
Κι έτσι τέλειωσε η βραδυά των Φιλομαθών.



[1] Η ακύρωση διαθήκης ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης. Γι’ αυτούς που είχαν συσσωρεύσει τεράστιες περιουσίες ο τρόπος διάθεσης μιας τέτοιας περιουσίας μετά το θάνατό τους αποτελούσε γι’ αυτούς ένα αγχώδες πρόβλημα. Η σύνταξη και η ακύρωση μιας διαθήκης έγιναν ειδικότητες που η μια συμπλήρωνε την άλλη όπως η κατασκευή των θωρακισμένων και των κανονιών. Καλούσαν τους πιο οξυδερκείς δικηγόρους για να συντάξουν διαθήκες που θα ήτανε απρόσβλητες. Αλλά αυτές οι διαθήκες προσβάλλονταν πάντοτε και πολύ συχνά από τούς ίδιους δικηγόρους που τις είχαν συντάξει. Παρ' όλα αυτά οι πλούσιοι ζούσαν με την αυταπάτη ότι ήταν δυνατόν να γίνει διαθήκη που θα ήταν απόλυτα απρόσβλητη. Έτσι για γενιές ολόκληρες πλούσιοι και δικηγόροι κυνηγούσαν αυτή τη χίμαιρα. Αυτό έμοιαζε σαν την αναζήτηση από τους αλχημιστές του Μεσαίωνα της Παγκόσμιας Διαλυτικής Ουσίας.
[2] Περίεργο και αποβλακωτικό είδος λογοτεχνίας που προσπαθούσε να δώσει στους εργαζόμενους ψευδείς ιδέες πάνω στη φύση των αργόσχολων τάξεων.
[3] Οι άνθρωποι της εποχής ήταν σκλάβοι μερικών εκφράσεων και η ευτέλεια αυτής της δουλείας μας είναι ακατανόητη. Υπήρχε μια μαγεία στις λέξεις μεγαλύτερη από την τέχνη του θαυματοποιού. Υπήρχε τέτοια πνευματική σύγχιση που η προφορά μιας απλής λέξης, είχε τη δύναμη να εξουδετερώσει τα συμπεράσματα σκέψεων και σοβαρών αναζητήσεων μιας ολόκληρης ζωής. Μια τέτοια λέξη ήταν το επίθετο «Ουτοπικός». Η σκέτη προφορά αυτής της λέξης αρκούσε για να καταδικάσει κάθε σχέδιο οικονομικής ανόρθωσης ή βελτίωσης όσο τέλεια κι αν το είχαν επεξεργαστεί. Πληθυσμοί ολόκληροι πάθαιναν ομαδική παράκρουση με φράσεις σαν κι αυτή: «ένα τίμιο δολλάριο» ή «τα καλάθι με τρόφιμα της νοικοκυράς». Την εφεύρεση τέτοιων εκφράσεων, τη θεωρούσαν σα μια ιδιοφυή επινόηση.
[4] Στην αρχή ήσαν ιδιωτικοί ντέντεκτιβ. Γρήγορα όμως γίνανε ένοπλοι φρουροί των καπιταλιστών και στο τέλος οι οργανωμένοι Μισθοφόροι τής Ολιγαρχίας.
[5] Τα φάρμακα με πατέντα ήσαν αισχροκέρδεια με πατέντα, με τα όποια όμως εξαπατούσαν το λαό, όπως οι αγύρτες με τα συγχωροχάρτια το Μεσαίωνα. Η μόνη διαφορά ήταν ότι τα φάρμακα με πατέντα ήταν πιο βλαβερά και στοίχιζαν περισσότερο.
[6] ’Ακόμα και μέχρι το 1912 η μεγάλη μάζα του λαού διατηρούσε την αυταπάτη ότι κυβερνούσε τη χώρα με τη δύναμη τής ψήφου του. Στην πραγματικότητα τον κυβερνούσαν οι πολιτικοί μηχανισμοί. Στην αρχή οι κομματάρχες που διεύθυναν την εκλογική μηχανή, αποσπούσαν εκβιαστικά από τους κεφαλαιοκράτες μεγάλα ποσά για να επηρεάσουν τη Νομοθετική Εξουσία. Γρήγορα όμως αυτοί οι τελευταίοι κατάλαβαν ότι ήταν πιο οικονομικό γι’ αυτούς να οικειοποιηθούν οι ίδιοι αυτούς τους μηχανισμούς και να πληρώνουν αυτοί τους κομματάρχες.
[7] Ο Robert Hunter σ’ ένα βιβλίο με τον τίτλο «Φτώχεια» πού δημοσιεύτηκε στο 1906, έγραφε ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν στις Ενωμένες Πολιτείες δέκα εκατομμύρια άνθρωποι που ζούσαν μέσα στη φτώχεια.
[8] Σύμφωνα με την απογραφή του 1900 (το τελευταία νούμερα απογραφής που δόθηκαν στη δημοσιότητα) ο αριθμός των παιδιών που εργάζονταν στις Ενωμένες Πολιτείες έφτανε το 1.752.187.
[9] Το περιεχόμενο αυτής της σκέψης φαίνεται από τον πάρα κάτω ορισμό που βρίσκεται σ’ ένα βιβλίο με τίτλο The Cynic’s Word Book, δημοσιευμένο στα 1906 και γραμμένο από κάποιον Ambrose Bierce πασίγνωστο και αναγνωρισμένο μισάνθρωπο της εποχής εκείνης: «οβίδες: ένα επιχείρημα που ετοιμάζει το μέλλον σε απάντηση των επιδιώξεων του αμερικάνικου σοσιαλισμού».

Δεν υπάρχουν σχόλια: