Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Αριάδνης Αλαβάνου: H ''γραμμή παραμονής στο ευρώ'' χρεοκοπεί ραγδαία


Της Αριάδνης Αλαβάνου

Ύστερα από συνάντηση με τον πρόεδρο του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιούνγκερ, στην Αθήνα, όπου διαπιστώθηκε η πλήρης συμφωνία τους, ο Αντώνης Σαμαράς αναχωρεί για Βερολίνο και Παρίσι, όπου θα συναντηθεί στις 24 και 25 του μηνός με την Α. Μέρκελ και τον Φ. Ολάντ. Το αίτημά του είναι να δοθεί μια «ανάσα» στην κυβέρνησή του, ήτοι επιμήκυνση κατά δύο χρόνια του προγράμματος περικοπών δημοσίων δαπανών, απολύσεων κοκ. Βασική πολιτική αποσκευή του είναι η γραμμή της «παραμονής στο ευρώ».
Μ’ αυτή συντάσσεται, ασφαλώς με διαφοροποιήσεις ως προς τη διαπραγματευτική τακτική και τους στόχους, η αξιωματική αντιπολίτευση του Σύριζα-ΕΚΜ, που διά στόματος εκπροσώπου του Π. Σκουρλέτη φρόντισε, λίγες μόνο ημέρες πριν από το πρωθυπουργικό ταξίδι, σε μια ένδειξη υποστήριξης –πώς αλλιώς μπορεί να εκληφθεί αυτό;--να δηλώσει: «Κανείς από τον Σύριζα δεν θέτει θέμα εξόδου από το ευρώ». 
Η παραμονή στο ευρώ σε όποια παραλλαγή της, την πιο σκληρή, «πάση θυσία», ή την πιο ήπια, «όχι τόσες θυσίες», σημαίνει ούτως ή άλλως περικοπές μισθών, συντάξεων, κοινωνικών υπηρεσιών πολλών δισ. ευρώ, 14 για την ακρίβεια τα επόμενα δυο χρόνια, σύμφωνα με τελευταίες εκτιμήσεις της τρόικας (Der Spiegel), προκειμένου να λάβει η Ελλάδα την επόμενη δόση του τελευταίου δανείου, ύψους 31,5 δις. ευρώ. Τα περιθώρια διαπραγμάτευσης, όπως φανερώνει σύμπας ο γερμανικός Τύπος, είναι ελάχιστα.
Ο Α. Σαμαράς, αποφασισμένος ούτως ή άλλως λόγω πεποιθήσεων να εφαρμόσει τα σκληρά μέτρα λιτότητας και ιδιωτικοποίησης, αλλά και να δώσει τα κατάλληλα διαπιστευτήρια, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Bild προσπαθεί να πείσει τους Ευρωπαίους ιθύνοντες να του δώσουν χρόνο (και πολιτικό μέλλον): «Αν αφεθεί η Ελλάδα να χρεοκοπήσει, η ανασφάλεια και το ευάλωτο των άλλων μελών της Ευρωζώνης θα αυξηθούν, για να μην αναφερθούμε στις δραματικές επιπτώσεις για τις χρηματοπιστωτικές αγορές».
Τόσο ο κ. Σαμαράς, όσο και άλλοι υποστηρικτές της παραμονής στο ευρώ, φαίνεται να έχουν μείνει αρκετές φάσεις πίσω στην κρίση της Ευρωζώνης. Βρίθουν τα σενάρια για τη διάλυσή της. Κρατικοί αξιωματούχοι (όπως ο Φιλανδός υπουργός Εξωτερικών Έρκι Τούομιογια) δηλώνουν επίσημα ότι αποτιμούν το κόστος και το όφελος των αποχωρήσεων από το ευρώ. Ο Αυστριακός ομόλογός του, Μ. Σπίντελεγκερ, δήλωσε ότι πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να αποβάλλονται από τη νομισματική ένωση χώρες που «δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους»(Γ. Δελαστίκ, «Πριν» 19/8). Άλλοι (βλ. Μ. Χάτσινσον,”How Will the Euro Break Up?”, στο συντηρητικό αμερικανικό σάιτ Prudentbear.com 20/8) δημοσιοποιούν σενάρια για το τι είδους νομισματικές ενώσεις θα προκύψουν από μια πιθανή διάσπαση της Ευρωζώνης. Η προβολή αυτών των απόψεων από ασιατικά ΜΜΕ (Asia Times), σε μια περίοδο που ανακοινώνεται μείωση εξαγωγών της Κίνας στην Ευρώπη και αύξηση του εμπορικού ελλείμματος της Ιαπωνίας λόγω κρίσης της Ευρωζώνης, έχει τη σημασία της.
Σενάρια ευρωδιάσπασης
Συζητούνται πολλές παραλλαγές ευρωδιάσπασης: «μεσογειακό ευρώ» με μέλη τις Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και πιθανώς Μάλτα και με υποτίμηση 10-15%. «Ιβηρικό ευρώ»,( θεωρείται ότι η Πορτογαλία και η Ισπανία δεν θα ενταχθούν σε κοινό νόμισμα με τη Γαλλία και την Ιταλία χωρίς το γερμανικό αντίβαρο), στο οποίο θα ενταχθούν πιθανώς η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Σλοβενία και η Σλοβακία, χώρες που δεν θα άντεχαν την ανατίμηση του ευρώ κατά 10-15%, σε περίπτωση αποχώρησης της Ιταλίας και της Γαλλίας. Ευρώ της Αυστρίας, Γερμανίας, Φιλανδίας, Λουξεμβούργου, Ολλανδίας, Εσθονίας, μιας ομάδας χωρών που θεωρείται σχετικά συμπαγής, με «ορθή» δημοσιονομική διαχείριση, η οποία θα σχηματίσει ένα πυρήνα ισχυρού νομίσματος, ανατιμημένου κατά 10-15%, με τον οποίο θα ενωθούν πιθανώς η Λετονία, η Πολωνία και ίσως η Σουηδία και η Δανία. 
Βρετανία, Ελλάδα, Κύπρος και κάποιες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης θα μείνουν εκτός νομισματικών ενώσεων, αλλά «μέσα στην Ε.Ε».
Ιταλία και Γαλλία, θεωρείται ότι θα μείνουν ανεξάρτητες, λόγω οικονομικού μεγέθους.
Πιθανώς αυτά τα σενάρια να μην είναι και τόσο βάσιμα στη λεπτομέρειά τους, φανερώνουν όμως την έντονη συζήτηση που διεξάγεται διεθνώς για το μέλλον της Ευρωζώνης, που δεν διαγράφεται καθόλου ευοίωνο.
Ακόμη και ο βρετανικός Economist, άκρως φιλοευρωπαϊκό έντυπο, δημοσίευσε άρθρο περί πιθανής διάλυσης της Ευρωζώνης (11/8). Στην ηλεκτρονική έκδοση συνοδεύεται από μια συμβολική φωτογραφία: μια σκεπτική Α. Μέρκελ να κρατά ένα βιβλίο με την επικεφαλίδα «Άκρως εμπιστευτικό: Πώς θα σπάσει η Ευρωζώνη», και με τίτλο «Η Άνγκελα έχει μπει σε πειρασμό;» Το άρθρο αυτό έρχεται σε συνέχεια άλλων που επισημαίνουν την «κόπωση της ατμομηχανής της Ευρωζώνης», τα απογοητευτικά οικονομικά στοιχεία της Γερμανίας πρόσφατα.
Παρόλο που οι αποτιμήσεις κόστους-οφέλους από μια διάσπαση της Ευρωζώνης δείχνουν ακόμη μερικά πλεονεκτήματα διατήρησής της, ιδίως με τους δρακόντειους όρους που έχουν επιβληθεί στους ευρωπαϊκούς λαούς εν ονόματι του κοινού νομίσματος, με τα οικονομικά οφέλη που αποκομίζουν η Γερμανία και οι πλεονασματικές χώρες από την κρίση και με το χρέος να αποτελεί ένα εξαιρετικά πρόσφορο μέσο υποταγής σε μια βίαιη ομοσπονδοποίηση με γερμανικούς όρους, ο Economist σημειώνει: «γι’ αυτήν την πολύ πρακτική γυναίκα υπάρχει ένας επίσης πρακτικός λόγος να αρχίσει να σχεδιάζει τη διάσπαση: φαίνεται πολύ πιθανή». … Για να καταλήξει: «Προς στιγμήν, η διάσπαση της Ευρωζώνης θα ήταν πιο ριψοκίνδυνη από τη σταθεροποίησή της. Αλλά, αν δεν προχωρήσει μπροστά η κ. Μέρκελ [στην τραπεζική, δημοσιονομική και πολιτική ένωση], η επιλογή θα είναι ανάμεσα σε μια πανάκριβη διάσπαση, γρήγορα, ή σε μια καταστροφική, αργότερα».
*** **** ***
Πώς μεταφράζονται όλα αυτά για τους εργαζόμενους της Ελλάδας; (Εξαιρούνται βεβαίως όλοι όσοι κερδίζουν από το ευρώ και τους όρους διάσωσής του, τραπεζίτες, επιχειρηματίες, μέτοχοι, πολυεθνικές, δικηγορικά και τεχνικά γραφεία που εμπλέκονται σε προσοδοφόρες πωλήσεις δημόσιας περιουσίας και αποικιοκρατικές επενδύσεις και οι επαγγελματίες που εξυπηρετούν αυτές τις ομάδες κ.ά.)
Ένα είναι σίγουρο: είτε η πάση θυσία είτε η με λιγότερες θυσίες παραμονή στο κλυδωνιζόμενο ευρώ, με τους θανάσιμους σπασμούς του, είναι εις βάρος των εργαζομένων και εις βάρος της ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.
Όμως, ο τρόπος της εξόδου παίζει επίσης καθοριστικό ρόλο. Λόγω της μη αναστρέψιμης ύφεσης, παρά την ακραία λιτότητα ή μάλλον λόγω αυτής, που καθιστά την Ελλάδα «βαρέλι δίχως πάτο», όπως λέει και ο Β. Σόιμπλε, είναι πιθανός ο εξαναγκασμός της ελληνικής κυβέρνησης να κηρύξει επίσημη χρεοκοπία και να αποχωρήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο από τη νομισματική ένωση. Η επιβεβλημένη, με όρους Ευρωπαίων, έξοδος και με κυβερνήσεις τύπου Σαμαρά, Παπαδήμου κοκ θα είναι εξίσου καταστροφική για τη ζωή των εργαζομένων, εφόσον, κατά τεκμήριο, θα διατηρηθούν οι βασικές πολιτικές της λιτότητας και των διαρθρωτικών προσαρμογών (ιδιωτικοποιήσεις, απολύσεις, καταργήσεις συλλογικών δικαιωμάτων), αποπληρωμής χρεών και διάσωσης τραπεζών που έχουμε δει και στις μη ανήκουσες στο ευρώ χώρες της Ανατ. Ευρώπης. 
Αν υπάρξει αυτή η τροπή, σε κλίμα μεγάλης πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής αναταραχής, θα χρεοκοπήσουν περαιτέρω κυβερνητικά πολιτικά κόμματα και η συνολική πολιτική που εξάρτησε την οικονομική και δημοκρατική εξέλιξη στη χώρα μας από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι όποιες απόπειρες να διαχειριστούν αυτή την κατάσταση δυνάμεις προσηλωμένες σε μια ανέφικτη Ευρωζώνη/Ε.Ε. με «αριστερό πρόσημο» δεν θα έχουν καλύτερη τύχη, μοιραία θα συνεχίσουν την πολιτική θυσιών για το λαό και θα συμβάλουν στην αναστροφή μιας πολύ αναγκαίας ριζοσπαστικοποίησης της λαϊκής συνείδησης.
Αλλά και στο πεδίο της διεθνιστικής ευρωπαϊκής δράσης, ενοποιητικό στοιχείο δεν μπορεί παρά να είναι η αντίθεση στην Ευρωζώνη/ Ε.Ε. που ενσωματώνουν τη λιτότητα, την αποικιακή εκμετάλλευση και την κατάργηση λαϊκών/δημοκρατικών δικαιωμάτων, για την πλειονότητα των Ευρωπαίων εργαζόμενων.
Δεν υπάρχει περιθώριο για τη συνεπή ριζοσπαστική και κομμουνιστική αριστερά να επιτρέψει να επωφεληθούν απ’ αυτές τις συνθήκες ακραίες συντηρητικές, δεξιές και φασιστικές δυνάμεις, όπως δείχνουν εξελίξεις σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Ιδίως, τώρα, που στη Μέση Ανατολή ηχούν όλο και πιο δυνατά τα τύμπανα του πολέμου, μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής ρευστότητας και ανατροπών.
Συνεπώς, τίθεται ως άμεσο ζήτημα να στραφεί η συνείδηση του κόσμου προς ένα λαϊκό και οργανωμένο πολιτικό κίνημα αποδέσμευσης από ευρώ/Ε.Ε., ανεξαρτησίας, δημοκρατίας, ισότιμης διακρατικής συνεργασίας και ανάπτυξης προς όφελος των εργαζομένων και της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Και αυτό το κίνημα να βάλει τη σφραγίδα του στις επερχόμενες εξελίξεις.

 αναδημοσίευση από: αριστερη αντεπιθεση
Πηγή:tometopo

Αντιμετωπίζοντας το φασισμό


Του Σπύρου Μαρκέτου

Νυρεμβέργη: Εμπειρία, θεωρία και στρατηγική της νίκης

Τρεις μήνες αφότου αποκαλύφθηκε, στις εκλογές του Μαΐου, η κλιμάκωση της φασιστικής απειλής, κι ενώ η ακροδεξιά χούντα που μας κυβερνά τροφοδοτεί συστηματικά τον ρατσισμό για να φορτώσει στους μετανάστες τα κρίματα των τραπεζιτών, εμφανίζονται σοβαρές ενδείξεις ότι η κοινωνία αφυπνίζεται. Δεν είναι περίεργο ότι έρχονται από τη βάση μάλλον παρά από την κορυφή. 
Οι διεργασίες φαίνεται να έχουν προχωρήσει ιδίως σε μέρη όπου σχηματίστηκαν Αντιφασιστικά Μέτωπα, όπως η Καβάλα, το Ρέθυμνο και η Κορινθία. Αν τις δούμε σε ιστορική προοπτική θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε προσπάθειες να φτιαχτούν τοπικά ‘ενιαία μέτωπα’, σε αντιδιαστολή προς τα ευρύτερα ‘λαϊκά μέτωπα’, τα οποία περιλαμβάνουν και μη αριστερές δυνάμεις, και γι’ αυτόν το λόγο συχνά ανακόπτουν τις ριζοσπαστικές διαθέσεις της βάσης. 
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τα ενιαία μέτωπα αποτελούν απαραίτητο στοιχείο της στρατηγικής με την οποία αντιμετωπίζεται ο φασισμός, και μάλιστα ότι χρειάζεται ακόμη ευρύτερη μαζική κινητοποίηση ενάντια στη μαζική κινητοποίηση που επιδιώκουν οι ναζί, των απόκληρων, αλλά σε αντιδραστική βάση. Θα διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο να φτιαχτούν σε κάθε πλατεία και γειτονιά, μέσα στο άγριο φθινόπωρο που μας έρχεται, λαϊκές κουζίνες, τις οποίες ως τώρα κυρίως οι αναρχικοί οργανώνουν, λαϊκά ιατρεία και ομάδες νομικής συνδρομής. Αλλά όλα αυτά δεν αρκούν, χρειάζεται οπωσδήποτε και η δημιουργία αντιφασιστικών ομάδων βάσης, οι οποίες θα ματαιώσουν το σχέδιο των μαχαιροβγαλτών να κερδίσουν το δρόμο. Και τέτοιες ομάδες δεν μπορούν να δημιουργηθούν παρά μόνο με τη συνεργασία όλων των τάσεων που δραστηριοποιούνται στον αντιφασιστικό αγώνα. Ο δρόμος θέλει συντονισμένη δράση, όχι ιδεολογική καθαρότητα. 
Απαιτείται πρώτα πρώτα λοιπόν οι ήδη οργανωμένες αντιφασιστικές δυνάμεις να συνεννοηθούν χωρίς χρονοτριβή για συντονισμό της δράσης σε τοπικό όσο και κεντρικό επίπεδο. Προφανώς υπάρχουν διαφορές απόψεων ή και στρατηγικής, αλλά πιο σημαντικά είναι τα πάμπολλά σημεία επαφής, και η κοινή ανάγκη είναι πλέον επιτακτική. Είναι απαραίτητο σε όλα τα μέρη οι δυνάμεις του αντιφασισμού να συνεργαστούν στο πλαίσιο των τοπικών κινήσεων, και να μη μένουν διάσπαρτες. Και επίσης είναι αυτονόητο ότι, για παράδειγμα, στις συγκεντρώσεις της Κίνησης Ενωμένοι Ενάντια στον Ρατσισμό και τη Φασιστική Απειλή πρέπει πάντοτε να καλείται να μιλήσει κόσμος από την Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό, και το αντίστροφο. 
Αυτό που προέχει όμως είναι να συνεννοηθούν οι ηγεσίες αυτών των κινήσεων με αντιφασίστες από τον αναρχικό χώρο και την υπόλοιπη αριστερά, ώστε να φτιαχτεί εγκαίρως ένα ενιαίο μέτωπο, ικανό ν’ ανταποκριθεί στις σημερινές προκλήσεις. Δικαιολογίες του τύπου ‘Οι μεν είναι στην Ανταρύα, οι δε στον Σύριζα, και οι άλλοι αναρχικοί’, ή ‘τον αντιφασιστικό συντονισμό πρέπει να τον δούμε συγκεκριμένα την κάθε φορά’, δείχνουν ελλειπέστατη κατανόηση των προβλημάτων. Ελπίζω ότι οι ηγεσίες των αντιφασιστικών κινήσεων δεν θα δώσουν και άλλο χρόνο απρόσκοπτης οργάνωσης στους κασιδιάρηδες και στο κράτος. Πρέπει να πρυτανεύσει επιτέλους η λογική της κοινής κινητοποίησης και νίκης, και όχι του ‘φυλάω το μαγαζάκι μου’, που είδαμε σε ποιά χάλια οδήγησε το ΚΚΕ. Εδώ διδάσκει μάλιστα και η εμπειρία κινημάτων άλλων χωρών, ιδίως εκείνων που κατόρθωσαν πράγματι να νικήσουν τους φασίστες. 
Η Βρετανία του 1970-1980, όπου το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο θατσερισμός προκάλεσαν κοινωνική και πολιτική πόλωση, μας δίνει ένα τέτοιο παράδειγμα. Το ναζιστικό Εθνικό Μέτωπο (National Front) είχε πρακτικές, δυνάμεις και επιρροή ανάλογες της σημερινής Χρυσής Αυγής, και τροφοδοτούνταν από μια πολύ ευρύτερη δεξαμενή της ρατσιστικής ακροδεξιάς που είχαν στήσει ηγετικά στελέχη των Συντηρητικών, όπως ο Ήνοχ Πάουελ. Το συνέτριψε όμως η Αντιναζιστική Συμμαχία (Anti-Nazi League, ANL), μια μετωπική οργάνωση της αριστεράς, φτιαγμένη με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (Socialist Workers Party, SWP), η οποία έκανε εξαιρετική δουλειά στα γήπεδα, στους δρόμους και στη νεολαία και οργάνωσε κινήματα που άφησαν τη σφραγίδα τους στην εποχή, όπως το Rock Against Racism. Eύλογα υποστηρίζεται ότι χωρίς την ANL η Βρετανία θα είχε τον δικό της Λεπέν πολύ πριν τη Γαλλία. 
Η Αντιφασιστική Δράση (Anti-Fascist Action, AFA) συνέχισε τη δεκαετία του 1980 το έργο της ANL. Οργάνωνε στους δρόμους επιχειρήσεις με στρατιωτική πειθαρχία, αλλά καθοδηγούνταν από μια ανοιχτή κεντρική επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν πολλές ομάδες της αριστεράς και των αναρχικών. Στους αγώνες της εστιάζει το εκπληκτικό Τσακίζοντας τους φασίστες,του Σην Μπέρτσαλ (Sean Birchall, Beating the Fascists. The Untold Story of Anti-Fascist Action, Freedom Press, Λονδίνο 2010), γραμένο από αναρχική σκοπιά. Αξίζει να διαβαστεί, δίπλα σε μερικά άλλα βιβλία τα οποία δίνουν μια σύγχρονη κατανόηση του τι είναι ο φασισμός και πώς νικιέται. 
Ευτυχώς έχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας μια ωραία μελέτη που συμπυκνώνει την εμπειρία της πρώτης φάσης του μεταπολεμικού αντιφασιστικού κινήματος στη Βρετανία, το Ποτέ ξανά, του ιστορικού Κόλιν Σπαρκς (Colin Sparks, Ποτέ ξανά, Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό, Αθήνα 2011 [1980]). Ο Σπαρκς ήταν δραστήριο μέλος της AΝL, όπως άλλωστε και ο Ντέηβ Ρέντον, ένας άλλος πολύ καλός ιστορικός, του οποίου η μελέτη Όταν αγγίξαμε τον ουρανό. Η Αντιναζιστική Συμμαχία 1977-1981 επείγει να μεταφραστεί (David Renton, When We Touched the Sky: The Anti-Nazi League 1977-1981, New Clarion Press, Cheltenham 2006). Και φυσικά, ο κόσμος που ενδιαφέρεται ν’ αποκτήσει μια πιο θεωρητική και συνολική κατανόηση του φασισμού διαβάζει πρώτα πρώτα το συνθετικό έργο του μεγάλου ιστορικού Ρόμπερτ Πάξτον (Robert Paxton, Η ανατομία του φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2006)· δυστυχώς είναι εξαντλημένο, αλλά βρίσκεται σχετικά εύκολα σε πιντιέφ στο διαδίκτυο.

Οι τρεις πυλώνες του αντιφασισμού

Το σύντομο και καλογραμένο βιβλίο του Σπαρκς αναλύει εύληπτα και παραστατικά τέσσερεις μάχες της αριστεράς ενάντια στον φασισμό· δυο που χάσαμε (Γερμανία και Ισπανία στη δεκαετία του 1930) και δυο που κερδίσαμε (Βρετανία στις δεκαετίες του 1930 και του 1970-1980). Εξετάζει στρατηγικές και προτείνει τακτικές· ένα σημαντικό του πόρισμα είναι ότι η πάλη ενάντια στον φασισμό στηρίζεται σε τρεις πυλώνες, που πρέπει και οι τρεις να προσεχτούν εξίσου. Δεν μπορείς να παραμελήσεις κανέναν τους. 
Ο πρώτος πυλώνας είναι η αντίκρουση της συνθηματολογίας των φασιστών· η μάχη για το νου και την καρδιά του λαού, ο οποίος σε καιρούς κρίσης αποξενώνεται από το σύστημα, αλλά δεν στρέφεται αυτόματα στην αριστερά. Ο δεύτερος πυλώνας είναι η μαζική κινητοποίηση: στη μάχη ενάντια στη Χρυσή Αυγή πρέπει να κινητοποιηθούν όλοι οι διαθέσιμοι μαζικοί φορείς, από τα συνδικάτα και την τοπική αυτοδιοίκηση ως τους επιστημονικούς συλλόγους και τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων. Και ο τρίτος απαραίτητος πυλώνας είναι ο έλεγχος των δρόμων. Δεν υπάρχει ούτε ένα ιστορικό παράδειγμα στο οποίο να νίκησε η αριστερά τον φασισμό δίχως να οργανωθεί για να κατακτήσει, ενάντια σε φασίστες και δυνάμεις καταστολής, τον δημόσιο χώρο. Οι ναζί πρέπει να διωχτούν από τους δρόμους, και αυτό δεν γίνεται με προσευχές, αλλά με μάχιμη οργάνωση. Όλοι εκείνοι που φαντάζονται πως ο φασισμός αντιμετωπίζεται με εκδηλώσεις πολιτισμικού σνομπισμού ή με κηρύγματα περί μη βίας ας θυμηθούν πόσο πολύ βοήθησαν παλαιότερα οι αντιλήψεις τους την άνοδο του Χίτλερ και του Μουσσολίνι, και πόσο καθοριστικά συνέβαλαν δυστυχώς στο ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Ιδανικός εκφραστής τους ήταν ο Τσάμπερλαιν, ο ανόητος βρετανός πρωθυπουργός που προώθησε την πολιτική του ‘κατευνασμού’. 
Δυστυχώς έχουμε και ανάμεσά μας πολλούς Τσάμπερλαιν. Ως πρόσφατα η αριστερά, με κύρια εξαίρεση την ΚΕΕΡΦΑ, εγκατέλειπε τους αναρχικούς μόνους τους στη μάχη των δρόμων. Οι ηγεσίες του Συνασπισμού και του ΚΚΕ εθελοτυφλούσαν μπροστά στο πρόβλημα του φασισμού, και δυστυχώς άφησαν, παρ’ όλες τις επίμονες εκκλήσεις μας, το φίδι να εκκολαφθεί στον Άγιο Παντελεήμονα και τώρα πια να σέρνεται σ’ όλη την Ελλάδα. Η τύφλωσή τους οφειλόταν εν μέρει στο ανεπαρκές θεωρητικό τους υπόβαθρο· ως πρόσφατα δεν είχαν καμιά εποπτεία της κρίσης του ύστερου καπιταλισμού, πόσο μάλλον του φασισμού. Είχανε μείνει στον Πουλαντζά οι μεν, στον Δημητρώφ οι δε. Εν μέρει όμως οφειλόταν και στον πάγιο φόβο τους για τη μαζική κινητοποίηση, στην οποία ποτέ δεν πρωτοστάτησαν, παρ’ όλες τις πιέσεις που δέχονταν από την ίδια τους τη βάση, και την οποία στήριξαν μόνον όποτε έλπισαν ότι θα μπορούσαν να την μετριάσουν ή να την ελέγξουν. Αλλά ο ελληνικός λαός έχει πλέον μπει αμετάκλητα σε τροχιά κινητοποίησης, και από εμάς εξαρτάται αν θα πάει αριστερά ή άκρα δεξιά.
Η ανεργία, πολιτική επιλογή
Δεν είναι όμως αυτό το μόνο πρόβλημα με τις αριστερές ηγεσίες. Εξίσου θλιβερό είναι ότι τους λείπουν η φαντασία και η τόλμη για ν’ αρθρώσουν ένα όραμα ικανό να κινητοποιήσει το λαό και να τον απομακρύνει από την ηλίθια, αλλά ωστόσο για πολλούς πειστική, ρητορεία της άκρας δεξιάς –“Διώξτε τους μετανάστες, τσακίστε την αριστερά, και τα προβλήματά σας λύθηκαν”. Ας δούμε, για παράδειγμα, ένα κομβικής σημασίας πρόβλημα, της ανεργίας. Οι άνεργοι επίσημα πλησιάζουν ήδη το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού, αλλά στην πραγματικότητα το ξεπερνούν κατά πολύ, και θα παίξουν κρίσιμο ρόλο στην επερχόμενη σύγκρουση. Όπως και οι περισσότεροι απ’ όσους πλήττονται από τη μνημονιακή πολιτική, εγκαταλείποντας τα κυβερνητικά κόμματα πηγαίνουν είτε αριστερά είτε στη Χρυσή Αυγή. Οι αναλύσεις του Χριστόφορου Βερναρδάκη και άλλων έχουν τεκμηριώσει πως συνιστούν μια από τις τρεις κοινωνικές δεξαμενές από τις οποίες αντλούν κυρίως ψήφους οι μαχαιροβγάλτες, δίπλα στους εργοδότες και μικροϊδιοκτήτες, και το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας. Θα έπρεπε φυσικά να δίνουν δύναμη στην αριστερά, αλλά συχνά αδιαφορούν γι’ αυτήν, καθώς ο λόγος της λίγο τους αγγίζει. Τα όσα ψελλίζουν στο ζήτημα της ανεργίας ο Σύριζα και το ΚΚΕ δεν ενθουσιάζουν κανέναν. 
Τι θα έλεγε μια αληθινή αριστερά για τους ανέργους, ώστε να μην τους αφήσει να γίνουν λεία των χρυσαυγιτών; Είναι πολύ απλό και πολύ δύσκολο μαζί. Σίγουρα, πάντως, όχι αυτά που λέει σήμερα. Θα έλεγε, κατά τη γνώμη μου, ότι μπορεί να λύσει και πράγματι θα λύσει άμεσα το πρόβλημα. Με έναν τρόπο όμως τον οποίο μάλλον δεν διανοούνται οι ηγεσίες της. Οι ίδιες που, για να γίνουμε λίγο κακοί, πρόπερσι θεωρούσαν την κρίση επικοινωνιακό κόλπο των καπιταλιστών, πέρισυ αρνούνταν να κάνουνε λόγο για το χρέος, και ως τώρα εξακολουθούν να θεωρούν καταστροφή τη δραχμή. Και ποτέ τους δεν πόνταραν στη μαζική κινητοποίηση, που είναι απαραίτητη για κάθε πραγματική αλλαγή. 
Μια αληθινή αριστερή κυβέρνηση μπορεί και πρέπει να κάνει μισό εκατομμύριο προσλήψεις σε φορείς του δημοσίου για την κάλυψη άμεσων κοινωνικών αναγκών μέσα στον αμέσως ερχόμενο χρόνο, και άλλο μισό εκατομμύριο μέσα στον επόμενο, όταν θα έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες διοικητικές υποδομές. Ναι, μιλάμε σοβαρά για ένα εκατομμύριο προσλήψεις μέσα σε δυο χρόνια, ώστε να εξαφανιστεί η ανεργία. Οι ανάγκες υπάρχουν, όλος ο κόσμος συμφωνεί εδώ, χρειαζόμαστε απαραίτητα κι επειγόντως νηπιαγωγούς, νοσοκόμους και κοινωνικές λειτουργούς, καθηγητές και γιατρούς, δασοφύλακες και καθαρίστριες, και κάθε λογής ανθρώπους ικανούς και πρόθυμους να προσφέρουν. Έτσι ώστε οι εργαζόμενοι στο δημόσιο από 670.000 σήμερα να γίνουν, σε πείσμα τραπεζιτών και νεοφιλελεύθερων, 1.670.000 σε δυο χρόνια. Λεφτά υπάρχουν; 
Εδώ μια αληθινή αριστερά θα απαντούσε ότι φυσικά και λεφτά υπάρχουν, αλλά είτε αφήνονται στις τσέπες των πλούσιων είτε δίνονται στους τραπεζίτες και στους μαφιόζους που αρπάζουν τη δημόσια περιουσία. Η φορολόγηση του πλούτου, η κατάργηση των φοροαπαλλαγών του κεφαλαίου, και η κοινωνικοποίηση των τραπεζών, των υπηρεσιών κοινής ωφελείας και των στρατηγικών βιομηχανιών αρκούν για να χρηματοδοτήσουν την εξαφάνιση της ανεργίας. Συμπληρωματικά υπάρχει η λύση των ελλειμματικών προϋπολογισμών, στηριγμένων εν μέρει σε εσωτερικό δανεισμό κι εν μέρει στην έκδοση χρήματος, η οποία στις τρέχουσες συνθήκες υποαπασχόλησης του παραγωγικού δυναμικού μικρό μόνον κίνδυνο πληθωρισμού προκαλεί. 
Αν ο κύριος όγκος των νεοπροσλαμβανόμεων παίρνει καθαρά χίλια ευρώ (ή μάλλον, αύριο, ισοδύναμες δραχμές) τον μήνα, που δυστυχώς σήμερα πλέον φαντάζουν ζηλευτός μισθός, τότε το συνολικό ετήσιο κόστος μιας θέσης εργασίας, μαζί με όλες τις ασφαλιστικές εισφορές, τους φόρους κλπ. είναι της τάξης των είκοσι χιλιάδων ευρώ (ή δραχμών). Το συνολικό ετήσιο κόστος της απασχόλησης μισού εκατομμύριου εργαζομένων είναι λοιπόν περίπου 10 δισεκατομμύρια· η απασχόληση ενός εκατομμυρίου ανθρώπων, που εξαλείφει κυριολεκτικά την ανεργία, στοιχίζει 20 δις. Στην πραγματικότητα πολύ λιγότερα, γιατί μειώνει κατακόρυφα το κόστος των επιδομάτων, αναζωογονεί τα ταμεία, δημιουργεί πλήθος άλλες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και, σπρώχνοντας όλους τους μισθούς προς τα πάνω, βελτιώνει την ενεργό ζήτηση, η οποία αλυσιδωτά ενισχύει τα οικονομικά του κράτους. 
Με άλλα λόγια, η συνολική λύση αυτού που αναγνωρίζεται ως το βασικό κοινωνικό πρόβλημα σήμερα κοστίζει αρκετά λιγότερο από το ένα δέκατο του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (επίσημα, 227 δις ευρώ το 2010), αλλά και από τους τόκους που πλήρωσε το δημόσιο στους τοκογλύφους το 2011 (17 δις). Λιγότερα απ’ όσα δίνει το δημόσιο για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους μέσα σ’ ένα τρίμηνο (κάπου 70 δις το χρόνο), και πολύ λιγότερα από το ένα δέκατο όσων δώσαμε από το 2008 στους χρεωκοπημένους τραπεζίτες (συνολικά 218 δις, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του αναλυτή Πάνου Παναγιώτου). Τέλος, θα κοστίσει λιγότερο από την αύξηση του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης που προκάλεσε μόνο μέσα στο 2011 η καταστροφική πολιτική των κομμάτων εξουσίας (19 δις) ή τη μείωση του εγχώριου προϊόντος τα τρία τελευταία χρόνια (20 δις), που προκλήθηκε από την ίδια πολιτική, και όχι πολύ παραπάνω από τα καθαρά ποσά που κάθε χρόνο στέλνουν οι ξένοι καπιταλιστές στο εξωτερικό (πάνω από 10 δις για τόκους, μερίσματα και κέρδη). Όλα αυτά πρέπει να τα φωνάξουμε δυνατά στα παπαγαλάκια του νεοφιλελευθερισμού, που από αύριο άλλωστε θα προσπαθούν να συνέλθουν από το κραχ του ευρώ. 
Δεν υπάρχει αμεσότερος τρόπος από αυτόν για την αναδιανομή του προϊόντος προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, ή για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Δεν πρόκειται για κανένα κομμουνιστικό μέτρο, ο Ρούζβελτ έκανε πολύ χειρότερα στις ΗΠΑ του 1930, αλλά σίγουρα αλλάζει τους κοινωνικούς συσχετισμούς ριζικά υπέρ της εργασίας. Η σημερινή μαζική ανεργία δεν είναι οικονομική αναγκαιότητα, είναι πολιτική επιλογή. Που γίνεται πολύ πιο εύκολη για τους κρατούντες από την αφωνία της σημερινής αριστεράς. Και με τη σειρά της διευκολύνει αφάνταστα το σχέδιό τους, να επιβάλουν τον κοινωνικό κανιβαλισμό, μέσω και της Χρυσής Αυγής. 
Φυσικά, για να γίνουν όλα αυτά πρέπει να διώξουμε τους σημερινούς κυβερνώντες και ν’ ανατρέψουμε το πλέγμα εξουσίας· αν δεν τα κάνουμε τώρα αυτά δεν θα τα κάνουμε ποτέ όσο ζούμε. Από μόνη της η απορρόφηση ενός εκατομμυρίου ανέργων είναι παλιός καλός κεϋνσιανισμός, όσο και αν φοβούνται ακόμη και να την φανταστούν οι οικονομικοί εγκέφαλοι της παλιάς αριστεράς. Αλλάζει βέβαια η σημασία της αν συνοδευτεί από τα γνωστά μέτρα που συνεχώς επαναλαμβάνουμε – διαγραφή του χρέους, έξοδο από το ευρώ, εθνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων, εργατικό έλεγχο, και τα λοιπά. Αλλά και πάλι όλα αυτά δεν αρκούν· η αλλαγή πορείας της χώρας χρειάζεται και να επικυρωθεί συμβολικά.
Κάθαρση
Την προηγούμενη φορά, η ταφόπλακα του ναζισμού μπήκε στη Νυρεμβέργη. Στην ίδια πόλη που χρησιμοποιούσε ο Χίτλερ για επιδείξεις ισχύος των ναζιστών, εκεί όπου είχαν διακηρυχθεί οι ρατσιστικοί Νόμοι της Νυρεμβέργης, οι Σύμμαχοι που νίκησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δίκασαν απο το 1945 ως το 1949 παραπάνω από εκατό στελέχη του καθεστώτος. Εκτός από τους ηγέτες των Ναζί, πολλοί από τους οποίους στάλθηκαν στην αγχόνη, καταδικάστηκαν σε βαρειές ποινές ανώτατοι δικαστές, γιατροί, στρατιωτικοί, παρακρατικοί, προπαγανδιστές, και κάθε λογής παρατρεχάμενοι. 
Με τις Αρχές της Νυρεμβέργης συμπεριλήφθηκαν στα εγκλήματα πολέμου, που τιμωρούνται από το διεθνές δίκαιο, η κακομεταχείριση ή η υπαγωγή σε καταναγκαστική εργασία πολιτών των κατεχόμενων χωρών, καθώς και η λεηλασία δημόσιας ή ιδωτικής περιουσίας. Οι φόνοι, οι εξανδραποδισμοί, οι απελάσεις και οι διώξεις με βάση πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά κριτήρια χαρκτηρίστηκαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Κρίθηκε επίσης ότι οι διαταγές ανωτέρων δεν συνιστούν ελαφρυντικό. Οι αρχές αυτές βρίσκουν βέβαια εφαρμογή και στην ανθρωπιστική κρίση στην οποία οδηγήθηκαν η Ελλάδα και άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, και ίσως να μην αργήσει η ώρα που θα χρησιμοποιηθούν εναντίον όσων μας έφεραν στη σημερινή κατάσταση.
Όταν ανατραπεί το καθεστώς, με την ψήφο ή με λαϊκή εξέγερση, θα έρθει η ώρα της κάθαρσης. Πρώτα πρώτα θα λειτουργήσει η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, ώστε να μάθει ο ελληνικός λαός πώς και γιατί δημιουργήθηκε το χρέος που νομιμοποίησε την πτώχευση και την υποδούλωσή μας. Ώστε να τεκμηριωθεί πέρα από κάθε αμφιβολία πως το χρέος είναι απεχθές και ούτε πρέπει ούτε μπορεί να πληρωθεί, ιδίως στην κατάσταση ανάγκης στην οποία μας έριξαν οι κανιβαλικές επιλογές Τρόικας και κυβέρνησης. Αλλά τελικά μάλλον θα χρειαστεί, για να κλείσουμε το θλιβερό κεφάλαιο των μνημονίων και των αντιδημοκρατικών εκτροπών, και κάτι ανάλογο με τη Δίκη της Νυρεμβέργης. Ώστε να λογοδοτήσουν επιτέλους οι πολιτικοί υπεύθυνοι της καταστροφής, οι ηγέτες των νεοναζί υποτακτικών τους, οι τραπεζίτες και οι καπιταλιστές που τους χρηματοδοτούν, και οι τηλεπερσόνες που σπέρνουν κυνικά το μίσος για να διαιρέσουν το λαό. Μια Δίκη του Αγίου Παντελεήμονα ίσως; 
Το καθεστώς είναι τρωτό, και η Χρυσή Αυγή, που ετοιμάζεται να σταθεί ανάμεσα στο λαό και στα ελικόπτερα, ακόμη περισσότερο. Αλλά αν δεν αντιμετωπιστεί συστηματικά κι εγκαίρως, μπορεί να γίνει επικίνδυνος εχθρός αύριο. Δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από μόνη της, και δεν πρόκειται να νικηθεί αν δεν εργαστούμε σύντονα γι’ αυτόν το σκοπό. Ο χαμένος χρόνος πρέπει να κερδηθεί. Και η ιστορική μνήμη πρέπει ν’ αναζωογονηθεί όχι μόνον όσον αφορά τα θύματα και τα εγκλήματα, αλλά και όσον αφορά την τιμωρία.

Πηγή:aristeroblog

Αντίσταση, Μεταρρύθμιση, Επανάσταση

Μια συζήτηση για τις προβληματικές μορφές αντικαπιταλισμού σήμερα



Την Τετάρτη, 30/5, η ομάδα πλατύπους οργάνωσε τη σχετική συζήτηση στη Θεσσαλονίκη με ομιλητές τους Νικόλα Σεβαστάκη – αναπλ. καθηγητή του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ., Θοδωρή Καρυώτη – συμμετέχει σε εγχειρήματα άμεσης δημοκρατίας και αλληλέγγυας οικονομίας, Άρη Τσιούμα – μέλος της Κίνησης Εργατικής Χειραφέτησης και Αυτοοργάνωσης και Κώστα Γούση – μέλος του Νέου Αριστερού Ρεύματος (ΝΑΡ).
Η ‘Platypus Affiliated Society’, δημιουργήθηκε τον Δεκέμβρη του 2006 και οργανώνει ομάδες μελέτης, δημόσια φόρουμ, επιδιδόμενη σε έρευνα και δημοσιογραφία. Εστιάζει στα προβλήματα και καθήκοντα, που μας κληρονόμησε η «Παλιά» (δεκαετίες ’20 και ’30), η «Νέα» (’60 και ’70) και η μετα-πολιτική (’80 και ’90) Αριστερά, για τις δυνατότητες της απελευθερωτικής πολιτικής σήμερα.
Παρακάτω, δημοσιεύουμε τμήματα των εισηγήσεων των ομιλητών και μέρος του σκεπτικού της διοργάνωσης της εκδήλωσης από πλευράς συνοψίζεται σύμφωνα με την ομάδα πλατύπους  ως εξής στο παράθεμα από το έργο του Μόις Ποστόουν:
«Μετά την αποτυχία της Νέας Αριστεράς τη δεκαετία του 1960, η υποβόσκουσα απόγνωση αναφορικά προς την πραγματική αποτελεσματικότητα της πολιτικής βούλησης και παρέμβασης (σε μια ιστορική κατάσταση αυξημένης ανημπόριας) αυτοσυγκροτήθηκε ως κάτι παρείσακτο και αλλότριο, παρά ως εργαλείο μετασχηματισμού. Εστιάζοντας στη γραφειοκρατική στασιμότητα του φορντιστικού, όψιμου κόσμου του 20ού αιώνα, απηχούσε την καταστροφή αυτού του κόσμου από τη δυναμική του κεφαλαίου: τον νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση.Η ιδέα ενός θεμελιώδους μετασχηματισμού απομονώθηκε και, αντ’ αυτού, αντικαταστάθηκε από την ασαφέστερη έννοια της “αντίστασης”. Η έννοια της αντίστασης, ωστόσο, δεν διευκρινίζει τη φύση του πράγματος που προκαλεί την αντίσταση, ή τη φύση των εμπλεκόμενων πολιτικών της αντίστασης – δηλαδή τον χαρακτήρα των προσδιορισμένων μορφών της κριτικής, της αντίθεσης, της εξέγερσης και της “επανάστασης”. Η έννοια της “αντίστασης” εκφράζει συχνά μια βαθιά δυιστική κσμοαντίληψη που τείνει να πραγμοποιήσει τόσο το σύστημα της κυριαρχίας όσο και την ιδέα της μεσολάβησης.Η “αντίσταση” στηρίζεται σπάνια σε μια αναστοχαστική ανάλυση των δυνατοτήτων για θεμελιώδη αλλαγή, οι οποίες παράγονται αλλά και καταπιέζονται από μία δυναμική ετερόνομη τάξη [του κεφαλαίου]. [Η "αντίσταση"] είναι μια μη διαλεκτική κατηγορία που δεν συλλαμβάνει τις δικές της συνθήκες δυνατότητας· αποτυγχάνει δηλαδή να συλλάβει το δυναμικό ιστορικό πλαίσιο του οποίου αποτελεί μέρος.»
– Μόις Ποστόουν, “Ιστορία και ανημπόρια: Μαζική κινητοποίηση και σύγχρονες μορφές αντικαπιταλισμού”, 2006
ΕΚΔΗΛΩΣΗ
Νικόλας Σεβαστάκης:
Η έκκληση για αντίσταση – και μιλώ για τις πολλαπλές εκκλήσεις αντίστασης που καταλαμβάνουν τη σκηνή τις τελευταίες δεκαετίες – μεταφράζει συχνά μια αμηχανία έναντι των ιδρυτικών «σκοπεύσεων» του ριζοσπαστικού κινήματος. Αμηχανία ή ακόμα και υπεκφυγή σε σχέση με τον στόχο της αληθινής υπέρβασης του καπιταλισμού. Ας το πω αλλιώς. Η πρόθεση της ριζικής συστημικής αλλαγής υποκαθίσταται από τις πρακτικές της «παρεμπόδισης» ή της ανάσχεσης των πιο ακραίων ή των πιο αρνητικών πτυχών ενός καθεστώτος κυριαρχίας, μιας πολιτικής, μιας κυβερνητικής απόφασης… Στο σημείο αυτό, η αντίσταση, ακόμα και αν συνοδεύεται με όρους «ρηξικέλευθους και ανατρεπτικούς» ανακαλεί εκείνη την ιδέα σύμφωνα με την οποία η κίνηση είναι το παν και όχι ο σκοπός (ιδέα που διατυπώνεται αρχικά, όπως γνωρίζουμε, σε μια ρεφορμιστική παράδοση). […]
Παρά λοιπόν τα όρια που έχει η λογική των αντιστάσεων ( και της αντιστασιακής έκκλησης), παρά δηλαδή το γεγονός ότι όντως «φέρει εντός της» την εμπειρία των απωλειών και των πολλαπλών αποτυχιών των κινημάτων χειραφέτησης, θεωρώ προβληματική, πολιτικά και ηθικά, την «απώθηση» αυτής της εμπειρίας [της απώλειας ή της αποτυχίας] στο βωμό κάποιας νέας αλήθειας ως κατάφασης, ως πράξης με την οποία «απαλλασσόμαστε με ένα άλμα» από το βάρος μιας θλιμμένης ή ένοχης συνείδησης. Για να το εκφράσω διαφορετικά: πιστεύω ότι η εμπειρία της απώλειας ως αφετηρία για την τολμηρή αναγνώριση του ηθικού και πολιτικού κακού το οποίο αναδύθηκε και στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής παράδοσης (κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά εντός του κομμουνισμού) είναι προτιμότερη από τη γοητεία την οποία ασκεί στις μέρες μας ένας ορισμένος δογματικός τόνος. Η αναγκαία απόσταση από τις παλαιότερες «αποπροσανατολιστικές» στιγμές της μεταμοντέρνας θρηνολογίας για το χαμένο Νόημα ή της φιλελεύθερης πτωματολογίας (αναφορικά, για παράδειγμα, με τις σκοτεινές πτυχές των επαναστατικών κινημάτων του εικοστού αιώνα) δεν πρέπει να δώσει τη θέση της σε ένα είδος «ηθικής αναισθησίας» καλυμμένης κάτω από το πέπλο της Ριζικής Πράξης, της ριζικής Απόφασης (σε αυτό το σημείο συνάντησης ενός Καρλ Σμιτ και ενός Λένιν το οποίο ελκύει πολλούς ριζοσπάστες της εποχής μας). Όσο κριτική και αν οφείλει να είναι η προσέγγισή μας στις παραλυτικές πλευρές της όποιας «μελαγχολικής» πολιτικής, δεν επιτρέπεται να λησμονήσουμε ούτε στιγμή το τεράστιο πλήγμα που υπέστη και υφίσταται ακόμα η ιδέα της χειραφέτησης από τις λογικές μιας δίχως αναστολές «θετικότητας», μιας «πολεμικής αποφασιστικότητας» η οποία έστηνε απέναντί της τη διαφωνία ως μικροαστικό συναισθηματισμό ή «ασυνάρτητη μελαγχολία»… […]
Νομίζω καταρχάς ότι όλοι εδώ θα συμφωνήσουμε στην παραδοχή ότι το σημερινό πλαίσιο (το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της κρίσης και της κατάρρευσης των «ευημεριστικών» συμβιβασμών του παρελθόντος) αλλάζει σημαντικά τους όρους των κοινωνικών και πολιτικών ανταγωνισμών. Από τη σκοπιά της δομής (ή της κυρίαρχης τάσης πολιτικών συστημάτων και οικονομικής αρχιτεκτονικής) ο μεταρρυθμισμός, τουλάχιστον στην εξελικτική και ήπια θεσμοκρατική του εκδοχή, μοιάζει πράγματι «μπλοκαρισμένος» και δίχως περιθώρια κινήσεων. Αυτός ο παλιός, «αξιοσέβαστος» και καθηλωμένος στην ιδέα της ορθολογικής συναίνεσης ρεφορμισμός ανήκει, πράγματι, στις περιόδους των μεγάλων κοινωνικών συμβιβασμών και των σοσιαλδημοκρατικών συμβολαίων. Αλλά αν λάβουμε σοβαρά υπόψη το συλλογικό ήθος και τις κοινωνικές αναπαραστάσεις των εργαζομένων τάξεων (στις ευρωπαϊκές τουλάχιστον κοινωνίες), η επανάσταση, η ιδέα της επανάστασης, δεν διαθέτει καμιά αξιοπιστία. Είναι εν πολλοίς κάτι εντελώς αόρατο και ξένο. Για πολλούς και διάφορους λόγους, το Επαναστατικό Εγχείρημα, έτσι όπως διαμορφώθηκε στο εποχικό διάνυσμα από το 1789 ως το 1968, δεν αναγνωρίζεται πλέον ως «ιστορικά ενεργό» ούτε, για να είμαστε ειλικρινείς, ως ηθικά-πολιτικά επιθυμητό. Από τη μεγάλη πλειονότητα των λαϊκών τάξεων και όχι μόνο από τους διανοουμένους ή τους καθηγητές πανεπιστημίων. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε λοιπόν είναι να αποκαταστήσουμε τον δεσμό της μεταρρύθμισης με τη δομική ρήξη, με συγκεκριμένα δραστικά ρήγματα στο «καθεστώς παγίωσης» του «Δεν Υπάρχει Άλλος Δρόμος», there is no Alternative. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ανοιχτεί εκ νέου μια δυνατότητα: μέσα από τέτοια «μεταρρυθμιστικά ρήγματα» που στις σημερινές συνθήκες θα επιτρέψουν στους από κάτω την ελπίδα, την επιθυμία για το καλύτερο, ενδέχεται να επανεισαχτεί η «δυναμική της αμφισβήτησης» στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι εξαιρετικής σημασίας. Και πιστεύω ότι μια ριζοσπαστική πολιτική, αν δεν θέλει να είναι απλώς αναμνηστική, οφείλει να επιμείνει πλέον στην ιδέα της δημοκρατίας έτσι όπως αυτή συναρθρώνεται ξανά με το κοινωνικό ζήτημα, με το ζήτημα της κατανομής της κοινωνικής εξουσίας.
Δουλεύοντας πάνω σε αυτό τον κόμβο (δημοκρατίας-κοινωνικού ζητήματος) θα μπορούσαμε ενδεχομένως να προσδοκούμε βάσιμα στην επανεμφάνιση ενός «πληθυντικού» στις πηγές του αντικαπιταλισμού. Γιατί ο αντικαπιταλισμός, παρά τη λαϊκή δυσφορία για τους πλούσιους και για τη διαφθορά των νέων αδίστακτων ολιγαρχιών, παρά τις «διάσπαρτες αντιπλουτοκρατικές» διαθέσεις που αναπτύσσονται στον αέρα των σκανδάλων και των διαψεύσεων του κόσμου, παραμένει μια εξαιρετικά μειονοτική ευαισθησία. Και σε πολλές άλλες κοινωνίες από τη δική μας, ο αντικαπιταλισμός είναι περισσότερο απόμακρος και από την ιδέα του εποικισμού του πλανήτη Άρη. Μπορεί παρόλα αυτά να ξαναϋπάρξει ως σοβαρή προοπτική, ως στοιχείο της «ενεργού πραγματικότητας» μόνο μέσα από μια εμπειρία της δημοκρατίας στην οποία θα «ενσωματώνονται» τα κριτικά στοιχεία και αυτής ακόμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Εννοείται φυσικά ότι το πέρασμα από την ιδέα της δημοκρατίας στον αντικαπιταλισμό και ειδικότερα σε έναν αριστερό και σοσιαλιστικό αντικαπιταλισμό είναι μια υπόθεση που προϋποθέτει την άρση της κατάστασης του κοινωνικού ζόφου. Η μείωση της κοινωνικής καχεξίας και ατροφίας, η «αποτροπή» της περαιτέρω βιοτικής απαθλίωσης ευρύτερων στρωμάτων, η ανάσχεση ας πούμε του πιο επιθετικού πυρήνα των «μνημονιακών προγραμμάτων» δεν είναι έτσι κάτι ασήμαντο το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί ως Εμπόδιο, αυταπάτη ή παραπλάνηση. Σε συνθήκες όπου υφίσταται ουσιαστική αναστολή των όρων μιας φιλελεύθερης και κοινωνικής δημοκρατίας, η απαίτηση για πραγματική δημοκρατία και η συμβολική επικύρωση των συντακτικών αξιών της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αξιοπρέπειας, μπορούν να είναι, εν δυνάμει, πολύ πιο δραστικές από άλλες «εκκλήσεις». […]
Η σύγχυση μεταξύ γλωσσικής «επαναστατικής» ευφορίας και ριζοσπαστισμού συνιστά κατά τη γνώμη μου κατάλοιπο μιας στατικής τοποθέτησης για τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης. Αυτή η μαγεία των ανατρεπτικών λέξεων έχει βέβαια μια αξία: μπορεί να είναι μια υπενθύμιση των «συγκρουσιακών» θεμελίων κάθε κανονιστικής τάξης, κάθε ορθολογικής συναίνεσης, κάθε πολιτικής μεσολάβησης σε μια ανταγωνιστική και βαθιά άνιση κοινωνία. Αλλά η αξία της υπενθύμισης μετατρέπεται συχνότατα σε αυταπάτη περί «καθαρότητας των μετώπων», σε ένα είδος πολιτικής της άρνησης των αποχρώσεων, της περιφρόνησης για τις πολύπλοκες μεταβάσεις και τις «μικτές στιγμές».
Τελειώνω, λέγοντας ότι κατά τη γνώμη μου ζούμε μια κατεξοχήν μικτή και ακάθαρτη πολιτική συγκυρία. Και η Αριστερά καλείται να «κάνει κάποια πράγματα» περισσότερο από το να εμμένει στα σεβάσμια λεξιλόγια και στις γνώριμες μεθόδους με τις οποίες αυτοσυντηρείται στο χρόνο με τους φίλους και τους αποστάτες της, τις ενοχές και τις προδοσίες της, τις ορθοδοξίες και τις αιρέσεις της…
Αυτά τα πράγματα, αν και εφόσον τα προσπαθήσει, είναι φυσικά «λίγα», είναι υποδεέστερα του σκοπού της, του ονείρου ή του σχεδίου της στη νεωτερικότητα. Αναδύονται ωστόσο ως ανάγκες από την ίδια την οδύνη του κοινωνικού είναι, από την σημερινή κατάπτωση των σωμάτων που ζητούν να στηθούν ξανά όρθια, να διεκδικήσουν περιθώρια συγκεκριμένης ελευθερίας από τον δεσποτισμό της «μνημονιακής τάξης» και των πολιτικών της κελευσμάτων.
Θοδωρής Καρυώτης:
Ας τολμήσουμε να αντιστρέψουμε την – κοινή στην ελευθεριακή σκέψη – παραδοχή ότι το κράτος και η αγορά είναι «εξωκοινωνικοί θεσμοί». Πράγματι σήμερα είναι δύσκολο να βρούμε κάποια αγνή και αμόλυντη “κοινωνία” κάτω από το κράτος και την αγορά, με την έννοια ότι οι βασικοί δεσμοί που αναπαράγουν την κοινωνική ζωή είναι δομημένοι μέσα από το κράτος και την αγορά. Οι καταναγκαστικοί μηχανισμοί του κράτους και της αγοράς, όπως το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και ο μηχανισμός του χρέους, είναι οι τελευταίοι σε μια σειρά μηχανισμών στους οποίους καταφεύγουν αυτοί οι θεσμοί για να επιβάλλουν τη λογική τους. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας εσωτερικεύουμε τους μηχανισμούς με τους οποίους αναπαράγονται, για παράδειγμα μέσα από την αρχή της ανάθεσης/αντιπροσώπευσης ή μέσα από την αρχή της μεγιστοποίησης του κέρδους, κτλ.
Ακολουθώντας τον Φουκώ, ας ονομάσουμε «βιοπολιτικό» αυτό το πεδίο αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων . Το υποκείμενο είναι προϊόν της εξουσίας: οι εμπορευματικές, ταξικές και κυριαρχικές σχέσεις μάς έχουν καθορίσει σε τέτοιο βαθμό που είμαστε καταδικασμένοι να τις αναπαράγουμε. Κάθε ένας από εμάς είναι ένας φορέας αναπαραγωγής του καπιταλισμού. Το κράτος και η αγορά λοιπόν δεν κυριαρχούν παρασιτικά, από έξω, αλλά από το εσωτερικό της κοινωνικής ζωής.
Φυσικά το βιοπολιτικό πεδίο δεν είναι αρκετό για την αναπαραγωγή του καπιταλισμού, απαιτείται επίσης ένα «πολιτικό» πεδίο με την παραδοσιακή έννοια του όρου: το κράτος, το αντιπροσωπευτικό σύστημα, οι νόμοι, οι οικονομικοί θεσμοί, οι μηχανισμοί καταστολής και ενσωμάτωσης, οτιδήποτε έχει να κάνει με τη διαχείριση της καπιταλιστικής ολότητας.
Υπό αυτή την οπτική, οι στρατηγικές κοινωνικής χειραφέτησης που επικεντρώνονται στην αλλαγή του «πολιτικού» χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το «βιοπολιτικό», θα καταφέρουν στην καλύτερη περίπτωση πολύ αποσπασματικές και πρόσκαιρες νίκες: είμαστε προγραμματισμένοι να αναπαράγουμε τον καπιταλισμό.
Είναι βέβαια υπερβολή να πούμε ότι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων καθορίζονται από το κράτος και την αγορά. Επιβιώνουν στην κοινωνία σχέσεις κοινοτικές, συλλογικές συνεργατικές που βγαίνουν από την λογική της εξατομίκευσης και της μεγιστοποίησης του οφέλους, της αφηρημένης εργασίας και της συσσώρευσης.
Η παρούσα οικονομική κρίση δημιούργησε μια έκρηξη κοινωνικής δημιουργικότητας προς αυτή την κατεύθυνση. Η απόσυρση του κοινωνικού κράτους και η επιβολή της λογικής της αγοράς σε νέους τομείς της κοινωνικής ζωής είχαν ως “παρενέργεια” την απαγκίστρωση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας από την κρατική κηδεμονία, και την ανάδειξη των δυνάμεων συνεργασίας και αλληλεγγύης της ίδιας της κοινωνίας.
Θα ήταν βέβαια αφελές να υποστηρίξουμε ότι όλα αυτά τα νέα εγχειρήματα είναι ανοιχτά ανταγωνιστικά προς τον καπιταλισμό, ή ότι αποτελούν μια ξεκάθαρη και ομογενή πρόταση υπέρβασης του καπιταλισμού με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Πρόκειται περισσότερο για την ανάδειξη του «πλήθους» όπως το αντιλαμβάνονται οι Χαρντ και Νεγκρι, παρά για την ανάδειξη ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου με την μαρξιστική έννοια. […]
Εμείς λοιπόν φτιάχνουμε τον καπιταλισμό. Πρέπει να σταματήσουμε να τον φτιάχνουμε και να κάνουμε κάτι άλλο. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να κατανοήσουμε την ανάδυση αυτής της πληθώρας νέων εγχειρημάτων βασισμένων στην αρχή της ισότητας, της οριζοντιότητας, της συμμετοχής.
Κοινωνικά κέντρα, καταναλωτικοί και παραγωγικοί συνεταιρισμοί, αστικές καλλιέργειες, οικοκοινότητες, πειράματα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, δίκτυα ανταλλαγών, χαριστικά παζάρια, συνελεύσεις γειτονιών, κινήσεις για την προάσπιση των κοινωνικών αγαθών, δομές κοινωνικής αλληλεγγύης, και η λίστα εμπλουτίζεται συνεχώς.
Ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες της κάθε μίας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι όλες αυτές οι νέες συλλογικότητες εκφράζουν μία απογοήτευση από τα πολιτικά κόμματα και το κράτος, ως ενιαίων χώρων διοχέτευσης και επίλυσης των αιτημάτων τους, και προτάσσουν ένα στόχο ριζοσπαστικό: μια συνολική μεταμόρφωση του τρόπου δράσης και σκέψης. Σε περιορισμένο βαθμό, και με τις αντιφάσεις και αμφισημίες που χαρακτηρίζουνε όλα τα κοινωνικά κινήματα ως απόπειρες υπέρβασης του υπάρχοντος, τα εγχειρήματα αυτά έχουν δημιουργήσει στο εσωτερικό τους κοινωνικές σχέσεις αντίθετες στη δυναμική της αγοράς και στην “κρατικο-κεντρική” ιεραρχία.
Πρόκειται για πειράματα κοινωνικής χειραφέτησης από τα κάτω τα οποία δεν επιβάλλουν αλλαγές σε όλο τον κοινωνικό ιστό. Δημιουργούν ξεκάθαρες προτάσεις αλλά δεν έχουν ένα σχέδιο συνολικού κοινωνικού μετασχηματισμού από τα πάνω. Δεν θέλουν να επιβάλουν το όραμά τους, ίσως αυτό θα τους φαινόταν αντιφατικό . Η ίδια τους η πολυμορφία είναι ένδειξη ελευθερίας στην πράξη: Δεν έχουμε ένα μοναδικό μοντέλο που θα πρέπει να εφαρμοστεί, αλλά μία πληθώρα μοντέλων βασισμένων σε παρόμοιες αξίες, αρχές και πρακτικές.
Αυτά τα εγχειρήματα αποτελούν ταυτόχρονα λύση σε άμεσες πρακτικές ανάγκες, αλλά και κοινωνικό πειραματισμό, δηλαδή απόπειρα κοινωνικής αλλαγής στο εδώ και στο τώρα, αφού δεν περιμένουν την αβέβαιη μαγική στιγμή της επανάστασης. Αλλά και όταν έρθει αυτή η στιγμή, θα έχουν μια καλή ιδέα για το τι μπορεί να λειτουργήσει στη μετεπανασταστική κοινωνία και τι όχι.
Το να τα χαρακτηρίσουμε «κινήματα αντίστασης» σημαίνει ελλιπή κατανόηση τους: πρόκειται για μικρά πειράματα «αυτονομίας» ή, καλύτερα, «αυτονόμησης», για να δοθεί έμφαση στην διαδικασία και όχι στην κατάσταση, που περνάν από την καταγγελία του υπάρχοντος προς την προεικονιστική οικοδόμηση διαφορετικών κοινωνικών σχέσεων και δομών. Δεν περιορίζονται στο «βιοπολιτικό» πεδίο, αν και αυτό είναι το κατεξοχήν πεδίο δράσης τους, αλλά το παίρνουν ως αφετηρία με σκοπό τη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού, ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου που συνειδητά θα απορρίψει τις αξίες του καπιταλισμού.
Φυσικά όπως είπα και πιο πάνω ούτε όλα αυτά τα εγχειρήματα είναι ανοιχτά ανταγωνιστικά προς τον καπιταλισμό, ούτε αποτελούν πανάκεια για όλα τα πολιτικά μας προβλήματα. Σίγουρα από μόνα τους δεν είναι αρκετά τα εγχειρήματα αυτονομίας. Το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται βάζει περιορισμούς και πρέπει να βρεθούν δημιουργικοί τρόποι υπέρβασης τους. Πάντα επίσης υποβόσκει ο κίνδυνος του αναχωρητισμού και της απομόνωσης από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. […]
Κατά τη γνώμη μου, αυτή η κίνηση προς την αυτονομία περνάει απαραίτητα από τη δημιουργία φορέων από την ίδια την κοινωνία για τη δικτύωση μεταξύ κοινοτήτων, τη διαχείριση των κοινών και την επίλυση διαφορών. Είναι απαραίτητη η δημιουργία θεσμών που θα ενώσουν το βιοπολιτικό πεδίο με το πολιτικό και θα συγκροτήσουν ένα νέο πόλο «από τα κάτω» στην πολιτική ζωή.
Κάποια από τα χαρακτηριστικά των νέων αυτών θεσμών θα πρέπει να είναι:
  • Να επιτρέπουν έναν καταμερισμό εργασίας που να μην ευνοεί όμως την εξειδίκευση και την ανάθεση, πχ μέσω κληρωτών θέσεων ευθύνης.
  • Να επιτρέπουν έναν «ήπιο» βαθμό εκπροσώπησης χωρίς να φτάνουν όμως στην αντιπροσώπευση.
  • Να οριοθετούν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συλλογικοτήτων που τους αποτελούν.
  • Να θεσμίσουν μηχανισμούς συλλογικής απόφασης, σύνθεσης των απόψεων, επίλυσης διαφορών.
Με αυτό τον τρόπο τα εγχειρήματα βάσης θα μπορούν να μεταφέρουν την πολιτική κουλτούρα των συνελεύσεων τους σε ένα ανώτερο επίπεδο δικτύωσης, και θα αποτελέσουν έτσι εργαλεία «εποικισμού» της πολιτικής ζωής με τις αξίες των κινημάτων κοινωνικής χειραφέτησης από τα κάτω, αντίθετα με τους μηχανισμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που αποτελούν ακριβώς το ανάποδο.
Άρης Τσιούμας:
Η δική μου συνεισφορά στη κουβέντα θα γίνει μέσω της παρουσίασης ενός σχήματος το οποίο επιθυμεί να παράξει ένα πολιτικό πρόσημο μέσω της παρακολούθησης των ταξικών ανα-διαρθρώσεων του καπιταλισμού τα τελευταία χρόνια, και την επακόλουθη αλληλεπίδραση τους με τις δυναμικές συγκροτήσεις, αφηγήσεις και τακτικές του ευρύτερου αντικαπιταλιστικού κινήματος και των προβληματικών που αυτό ανέπτυξε.
Κάνοντας μια εισαγωγή, θα ορίσω ως ιστορική αφετηρία του σχήματος, το έτος 1933, όπου η ρύθμιση του New Deal, θα αποτελέσει την πρώτη διαμόρφωση μιας σοσιαλδημοκρατικής οικονομικής βάσης, στην προσπάθεια της κυβέρνησης των ΗΠΑ να απαντήσει αποτελεσματικά στην κρίση του 1929. Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία της Γερμανίας την ίδια χρονιά και η σταδιακή αναβάθμιση του ρόλου της ΕΣΣΔ την ίδια περίοδο θα καταδείξουν ένα σημαντικό πρόβλημα. Η ρύθμιση του New Deal και η νέα διαχείριση που εισάγει δεν αποτελούν ακόμα ένα οικουμενικό μοντέλο. Οι εναλλακτικές διαχειρίσεις του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο θα αποτελέσουν έναν ακόμα από τους πολλούς λόγους, εξ αιτίας των οποίων η ανθρωπότητα θα οδηγηθεί σε μια παγκόσμια πολεμική σύρραξη.
Η επόμενη μέρα του πολέμου θα βρει την Ευρώπη στη μέση δυο υπερδυνάμεων με μόνη ελπίδα μια μεγεθυμένη ανάπτυξη από αυτές που μπορούν να υπάρξουν μόνο πάνω στα ερείπια ενός ολοκληρωτικού πολέμου. Την περίοδο μεταξύ 1950–1970 η Ευρώπη – και οι λαοί της – θα γνωρίσουν την πλήρη ανάπτυξη του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου. Πρόκειται για την αναβάθμιση της σοσιαλδημοκρατικής οικονομικής βάσης μέσω κυρίως του κρατικού παρεμβατισμού σε νέα βιοπολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού. […]
Ο τρόπος λειτουργίας του σοσιαλδημοκρατικού συστήματος υπήρξε σχετικά απλός. Ένα κρατικό πλέγμα προστασίας απλώνεται με όρους ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και την εργατική δύναμη. Παράλληλα καλλιεργείται ο χυδαίος ορισμός του δημόσιου αγαθού ως κρατικού προϊόντος. Παρακολουθούμε δηλαδή την ανάπτυξη της διαδικασίας εισδοχής των δημόσιων αγαθών στην αγορά, την εμπορευματοποίηση τους.
Οι βασικοί στόχοι της όλης διαδικασίας είναι: η διατήρηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και η συνεχής διαχείριση της εξουσίας από την αστική ελίτ μέσω του ελέγχου του κράτους από το πολιτικό προσωπικό.
Με θεωρητικό πλαίσιο τις υποσχέσεις ευμάρειας και πρακτικό εργαλείο τους μαζικούς φορείς ενσωμάτωσης [τα πολιτικά κόμματα, και τα συνδικάτα ως μέρος του κρατικού μηχανισμού] ξεκινά η διαδικασία πρόσδεσης της εργατικής τάξης στο πλάνο ανάπτυξης του καπιταλισμού.
Πρόκειται για την προσπάθεια ευνουχισμού μέσω της αποπολιτικοποίησης της εργατικής τάξης που εκ της θέσης της [είναι η τάξη η οποία αναπαράγει τον καπιταλισμό] είναι δυνάμει επαναστατική. Αυτή η διαπίστωση μας φέρνει και στο κύριο σώμα της σημερινής εκδήλωσης. […]
Με μήτρα και γέννημα ταυτόχρονα το Μάη του 1968, θα αναπτυχθεί η Νέα Αριστερά της οποίας βασικό στοιχείο χαρακτηροδομής θα αποτελέσουν τα νέα κοινωνικά κινήματα.
Σε ένα πρόχειρο πλαίσιο ο J. Alexander θα πει ότι: «τα κοινωνικά κινήματα αποτελούν βάση έκφρασης των μεταμοντέρνων κοινωνιών και ταυτόχρονα βασικό χαρακτηριστικό τους».
Ο A. Touraine θα συμπληρώσει επεξηγηματικά: «το κοινωνικό κίνημα αποτελεί ένα πλαίσιο πολιτισμικών μοντέλων που θέτουν κοινωνικές πρακτικές», ενώ τονίζει ότι: «οι υλικές απαιτήσεις και οι ταξικές διακρίσεις δεν βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο». Η δε συνοχή των κοινωνικών κινημάτων δεν εδράζεται στο έδαφος του ταξικού, αλλά μέσα από το σχήμα του «ενεργού πολίτη» [της ταυτότητας δηλαδή υπηκόου της κοινωνίας των πολιτών] εδράζεται πλέον σε διαταξικά σχήματα. Στόχος είναι είτε οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων ή η εδραίωση νέων συλλογικών συμπεριφορών.
Μη αναγνωρίζοντας ως βασική αντίθεση της καπιταλιστικής διάρθρωσης της κοινωνίας την αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, αυτά τα κινήματα μετακινούνται από την ταξική σύγκρουση στην ενασχόληση με ζητήματα εποικοδομήματος [φύλο, μειονότητες, μεταναστευτικό, αντιψυχιατρικό, εγκλεισμού κλπ].
Αυτή η διαδικασία θα έχει ως αποτέλεσμα να μετατεθεί το βάρος από την επανάσταση ως μέσο απελευθέρωσης στη μεταρρύθμιση μέσω του συμπεριφορισμού του μαζικού ατόμου που πετυχαίνει τη νομοθετική ρύθμιση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το ίδιο το πλαίσιο εξουσίας στο οποίο εναντιώνεται.
Στην Ελλάδα λόγω της λενινιστικής επικυριαρχίας το κίνημα αυτό θα εκπροσωπηθεί σχεδόν αποκλειστικά από το νεοελευθεριακό ρεύμα και μετά το 1990 από το μετα-αναρχικό.
Πρόκειται ουσιαστικά για τη θέσμιση του κοινωνικού ρεφορμισμού μέσω των διαταξικών σχημάτων πρωτοβουλίας πολιτών σε πολιτικό ρεφορμισμό, μια διορθωτική κίνηση εν τέλει μέσα στον καπιταλισμό με τη μορφή παρέμβασης στο νομοθετικό του πλαίσιο. Μια διαδικασία η οποία μιλά στο όνομα της επανάστασης, φέρει όμως το ονοματεπώνυμο «Μεταρρύθμιση».
Σε έναν εντελώς φανταστικό αντίποδα θα καλλιεργήσει μετά το 1990 και με αφορμή την κατάρρευση των σοσιαλιστικών σχηματισμών ένα κομμάτι της μετά-σταλινικής αριστεράς το δικό του κίνημα «αντίστασης».
Χρησιμοποιώντας μια επίφαση μαρξικής κληρονομιάς, αυτή η αριστερά θα επικαθορίσει το κοινωνικό με βάση μια πολιτική φαντασιακή θέσμιση. Συγκεκριμένα, ερμηνεύοντας τον κόσμο με όρους αναδίπλωσης των χειραφετησιακών κινημάτων, θα διατηρήσει τις αναφορές της στην ταξική πάλη, η οποία πλέον όμως στη βάση μιας «ρεαλιστικής προσέγγισης» θα συνδικαλιστικοποιηθεί.
Ενώ η συνοχή του κινήματος αντίστασης δεν διαφέρει ουσιαστικά από την διαταξική σύσταση του μεταμοντέρνου κινήματος μεταρρύθμισης, η διαφορά θα σημειωθεί στους όρους χρήσης.
Και πάλι στο όνομα της επανάστασης ένας πολιτικός ρεφορμισμός, ο οποίος συνέχεται στο πεδίο της άρνησης περιγραφής ενός άλλου παραγωγικού μοντέλου, μιας «μεγάλης αφήγησης» της απελευθέρωσης με κοινωνικούς όρους, θα εκφυλιστεί σε έναν κοινωνικό ρεφορμισμό μέσω της οριοθέτησης αυστηρά συντεχνιακών αιτημάτων τα οποία μπορούν να βρουν πεδίο ανάπτυξης σε όλες τις κοινωνικές τάξεις διαμέσου μιας πολιτικής του χώρου.
Η απόφαση του κινήματος αντίστασης, [το οποίο στην Ελλάδα θα εκπροσωπήσουν όλες οι δυνάμεις του αριστερού εξωκοινοβουλίου] ότι οι εργαζόμενοι [με τους οποίους δεν θα αποκτήσουν ποτέ οργανική σχέση] βρίσκονται σε μαζική άμυνα, θα μετατρέψει την ίδια την αντίσταση σε ένα αποκομμένο, κούφιο νοήματος, κέλυφος, έναν φαύλο κύκλο, καθώς η διαλεκτική σχέση της αντίστασης, ως προοίμιο της επανάστασης, θα διακοπεί βίαια. Το όνομα που θα φέρει αυτή η διαδικασία είναι το όριο της αιώνιας αντίστασης· πρόκειται ουσιαστικά για την μετουσίωση του πολιτικού ρεφορμισμού σε κοινωνικό ρεφορμισμό. […]
Ρόλος των χειραφετησιακών κινημάτων σήμερα που μιλούν και όντως τάσσονται με την επαναστατική διαδικασία είναι να υπενθυμίζουν διαρκώς στην τάξη και την κοινωνία των καταπιεσμένων ότι:
Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επαναστατική πολιτική, εάν δεν μιλάς για την αυτοδιεύθυνση της κοινωνίας από αυτούς που παράγουν τον πλούτο, εάν δεν μιλάς για την ολοκληρωτική άρση της διαχωρισμένης εξουσίας σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.
Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά χειραφετησιακή πολιτική από τα πάνω προς τα κάτω, κανένα λαϊκό κίνημα στη βάση επικυριαρχίας του πολιτικού στο κοινωνικό. Η άμεση δημοκρατία ως μια πολιτική μορφή κομμουνισμού αποτελεί απαραίτητο συντελεστή στην προσπάθεια χειραφέτησης του ανθρώπου.
Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αριστερά και καμιά αναρχία, εάν δεν μιλούν για το ζήτημα αλλαγής παραγωγικού μοντέλου, εάν δεν μιλούν για το ζήτημα της κατάργησης της ιδιοκτησίας, της κατάργησης της εξουσίας ανθρώπου σε άνθρωπο σε όλα τα επίπεδα.
Μένει να υπενθυμίζουμε και να δρούμε διαρκώς με βάση την αποστροφή: «Όσα είπαμε ισχύουν».
Κώστας Γούσης:
Την ώρα που ξεσπά η μάχη αποτελεί πολυτέλεια και συχνά θρασυδειλία να κάθεσαι άπραγος, επειδή οι συνθήκες δεν είναι αρκετά ώριμες, ο διεθνής συσχετισμός είναι αρνητικός κ.ο.κ. Η λενινιστική τομή άλλωστε του Οκτώβρη του 1917 συνίσταται στην επαναστατική πολιτική παρέμβαση που αξιοποιεί τις δυνατότητες της κοινωνικής ρήξης με το ρίσκο των αντίξοων συνθηκών. Ταυτόχρονα όμως  μας υπενθυμίζει την ανάγκη να αναγνωρίζονται οι ανεπάρκειες, τα ελλείμματα, οι δυσκολίες, τα πράγματα με μια πιο γενική έννοια, ως έχουν και να μη βαφτίζεται η ανάγκη αρετή.
Η πρόσληψη της πραγματικότητας στο λενινιστικό παράδειγμα τοποθετεί στο κέντρο της την προτεραιότητα της κομμουνιστικής στρατηγικής και τις συνολικές εξελικτικές τάσεις της ανθρωπότητας έναντι των τακτικών επιλογών μιας περιόδου. Το αντίθετο, σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Λούκατς, αποτέλεσε το κέντρο της μεθόδου του Στάλιν, σαν ουσία της οντολογίας του κοινωνικού είναι. Ο επαναστατικός μαρξισμός επομένως παρακμάζει όταν η θεωρία έχει την αποστολή να έρθει εκ των υστέρων για να καθαγιάσει την τακτική επιλογή και να την εμφανίσει σαν αναγκαίο συμπέρασμα της μαρξιστικής και λενινιστικής μεθόδου. […]
Σε αυτή την εισήγηση θα δώσουμε βαρύτητα στη θεωρητική πλευρά της σχέσης κοινωνικής αντίστασης, μεταρρύθμισης κι επανάστασης. Σπεύδω όμως να τονίσω πως σε κάθε περίπτωση ανάμεσα στη θεωρητική, την πολιτική, την οργανωτική και κινηματική διάσταση της συζήτησης δεν υπάρχουν σινικά τείχη και, όπως δεν πρέπει να ταυτίζονται, έτσι δεν πρέπει και να αυτονομούνται μεταξύ τους τα διαφορετικά επίπεδα μιας δυναμικής σχέσης αλληλεπίδρασης. Άλλωστε, μία σοβαρή παγίδα που μπορεί να εγκλωβίσει τον επαναστατικό μαρξισμό στον βάλτο της ακινησίας σε μια περίοδο, όπου όλα κινούνται και όλα αλλάζουν, βρίσκεται σε μια υποθετική θεώρηση των πραγμάτων σαν την παρακάτω ∙ η θεωρία ασχολείται με τον κομμουνισμό ως αφηρημένη ιδέα, το κίνημα περιορίζεται στην κοινωνική αντίσταση χωρίς άλλο ορίζοντα πάλης ή έστω προσδοκιών και οι επαναστατικές οργανώσεις – αριστερές περιθωριακές τάσεις μεγάλων κομμάτων προπαγανδίζουν την επανάσταση ως ιδεολογικό συμπλήρωμα σε μια κυρίαρχη στρατηγική που συνίσταται σε μεταρρυθμίσεις με όρους προοδευτικής κυβερνητικής διαχείρισης κι ενός νέου ιστορικού συμβιβασμού για τη διέξοδο από την κρίση.
Προφανώς, οι ομοιότητες της παραπάνω υπόθεσης με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις της τρέχουσας κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας και τα νέα διακυβεύματα της κρίσης δεν είναι καθόλου τυχαίες. Για να αντιληφθούμε όμως τους όρους και τους δρόμους επανεμφάνισης της προγραμματικής συζήτησης για μεταρρυθμίσεις, επαναστάσεις, τακτική και στρατηγική τη νέα περίοδο, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη το σοκ της κατάρρευσης και την ισχύ της ρεβανσιστικής και αλαζονικής διακήρυξης του «τέλους της ιστορίας» τη δεκαετία του ’90. Το παράδοξο μάλιστα με το «τέλος της ιστορίας» είναι πως πολλοί απ’ όσους έριχναν κατάρες ενάντια στον Φουκουγιάμα κατά βάθος ήταν και οι ίδιοι πολύ απαισιόδοξοι σε σχέση με τη δυνατότητα των μαζών να καθορίσουν τις εξελίξεις. Δεν έλειψαν βέβαια κι εκείνη την περίοδο όσοι επεσήμαναν πως η ιστορία δεν τέλειωσε και αργά ή γρήγορα νέοι κοινωνικοί τριγμοί θα τραντάξουν την «ησυχία, τάξη και ασφάλεια» των όπου γης κεφαλαιοκρατών. […]
Οι ουδέποτε ηγεμονεύουσες επαναστατικές απόπειρες του εξεγερσιακού κύκλου που άνοιξε με τον Μάη του ’68 κατέρρευσαν μαζί με τις δεκαετίες των ιστορικών συμβιβασμών και αυταπατών για το δημοκρατικό, κοινοβουλευτικό και ειρηνικό μετασχηματισμό του καπιταλιστικού κράτους. Τη δεκαετία του ’90 με βάση τον πρώτο κύκλο ριζοσπαστισμού στη Λατινική Αμερική με το παράδειγμα των Ζαπατίστας και τις νέες κινηματικές εμπειρίες του κινήματος κατά της καπιταλιστικής διεθνοποίησης διάφορες αυτόνομες κι αναρχικές προσεγγίσεις αναπτύχθηκαν δυσανάλογα σε σχέση με τη θεωρητική δυναμική τους.
Την ίδια στιγμή κι εντός της πολλαπλότητας των αναρχικών ρευμάτων πήρε προβάδισμα μια μετα–ηγεμονική και αντιπολιτική διάσταση, όπως χαρακτηριστικά εκφράζεται στο βιβλίο του Ρίτσαρντ Ντέι Gramsci is Dead, όπου το ίδιο το ερώτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» θεωρείται παρωχημένο, καθώς δεσμεύεται σε παραδόσεις θεμελιώδους κοινωνικής αλλαγής που χαρακτήρισαν τόσο τον κλασσικό μαρξισμό όσο και τον κλασσικό αναρχισμό. Ο μετα-αναρχισμός μοιράζεται με τις μεταμαρξιστικές προσεγγίσεις των Λακλάου και Μουφ τις αναφορές στον Λακάν και την παραίτηση από το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς κράτος, εξουσία κι εκμετάλλευση.
Από διαφορετικές αφετηρίες μια σειρά από προσεγγίσεις χωρίς τις ίδιες θεωρητικές καταβολές και διαδρομές καταλήγουν στο να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, όπως διακήρυξε ο Τζον Χόλογουεϊ. Ο περιορισμός σε αυτόνομες νησίδες κατέληξε στην αυτονόμησή τους από κάθε γενικό πολιτικό σχέδιο και μια αντιπολιτική των συμβάντων χωρίς προϋποθέσεις και προοπτική. Στον αντίποδα στήθηκε μια εξιδανίκευση της λογικής των αριστερών προοδευτικών κυβερνήσεων με βάση τους εν εξελίξει λατινοαμερικάνικους ριζοσπαστισμούς που υποτίμησε όμως τη δυναμική της ενσωμάτωσης, τα δομικά όρια των «από τα πάνω» μεταρρυθμίσεων στα πλαίσια του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού και τις «από τα κάτω» λαϊκές συγκροτήσεις σαν καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων.
Το ξέσπασμα της κρίσης του καπιταλισμού, η νέα ποιότητα και το βάθος της άλλαξαν άρδην τα δεδομένα. Έχοντας πλέον μια τετραετία πίσω μας ο αναρχικός χώρος φαίνεται να διαπερνιέται από μια στρατηγική αμηχανία απέναντι στα ερωτήματα της κρίσης, ενώ οι προτάσεις προοδευτικής διαχείρισης αυτού που ο Μπαντιού έχει αποκαλέσει καπιταλοκοινοβουλευτισμό συγκροτεί πράγματι στη συγκυρία μια δυναμική σχέση με τα ρεύματα της κοινωνικής αντίστασης και της νέας πολιτικοποίησης. Στα πλαίσια αυτής της εισήγησης θέτουμε αφοριστικά την εκτίμηση πως η δυναμική της περιόδου θα σπρώχνει αντικειμενικά είτε προς αντικαπιταλιστικές ανατρεπτικές απαντήσεις είτε προς μια επικίνδυνη αντιδραστική αναμόρφωση του συνολικού σκηνικού. Κι αυτό όχι μόνο με όρους μακροπρόθεσμου ξεδιπλώματος ενεργών αντιφάσεων, αλλά και όσον αφορά στις άμεσες απαντήσεις «εδώ και τώρα» για την επιβίωση – ανακούφιση του λαού.
Με αυτή την έννοια χρειαζόμαστε μια πολιτική των καταπιεσμένων που να συγκροτηθεί ως μεταβατικό πρόγραμμα που θα ανοίξει τον δρόμο προς τον θεμελιώδη κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η λογική του μεταβατικού προγράμματος είναι η λογική της διαρκούς επαφής και πολιτικοποίησης της κοινωνικής αντίστασης με στόχο τη γέννηση νέων πρωτοποριών, αλλά και την προώθηση της επαναστατικής διαδικασίας μέσα από την πείρα των ίδιων των μαζών. Το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν προτείνει στο μαζικό κίνημα ένα τέτοιο πρόγραμμα με βασικούς άξονες: την αύξηση μισθών και συντάξεων, την κατάργηση των μνημονίων και των μέτρων τους, την παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, την έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ με διεθνιστική προοπτική, το πέρασμα στο Δημόσιο των τραπεζών και των μονάδων στρατηγικής σημασίας χωρίς αποζημίωση, με εργατικό έλεγχο και προς όφελος του λαού, την απαγόρευση των απολύσεων – κοινωνική προστασία των ανέργων και των φτωχών, μέτρα που συμπυκνώνονται στον πολιτικό στόχο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής.
Ένα σχέδιο ηγεμονίας όμως και μετασχηματισμού των ρευμάτων της κοινωνικής αντίστασης σε ρεύματα της επαναστατικής ανατροπής δεν θα κριθεί μόνο από ένα άμεσο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης, αλλά και από την επαναθεμελίωση μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής. Ενός κομμουνισμού ως ρυθμιστικής στρατηγικής υπόθεσης (hypothèse stratégique régulatrice) με τους όρους που το έθετε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ σε ένα από τα τελευταία του κείμενα. Μια στρατηγική υπόθεση που δίνει προσανατολισμό στην καθημερινή δράση και αποτελεί ασπίδα προστασίας απέναντι στον εκφυλισμό μιας ενσωματωμένης πολιτικής χωρίς αρχές. Η επανεξόρμηση των κομμουνιστικών ιδεών δε δημιουργεί βέβαια από μόνη της επαναστατικά γεγονότα. Δημιουργεί όμως το πιο προωθημένο ρεύμα που θα αποτελέσει πόλο έμπνευσης και πυξίδα προοπτικής στις κρίσιμες επόμενες καμπές, όπου η κοινωνική αντίσταση ή θα κάνει άλμα προς τα μπρος ή άλμα στο κενό.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Εξιλαστήριο θύμα οι μετανάστες

αναδημοσίευση από: αριστερό blog
Κείμενα: Θανάσης Σκαμνάκης, Παναγιώτης Φραντζής
 
Μια μεγάλων και επικίνδυνων διαστάσεων εκστρατεία βρίσκεται σε εξέλιξη το τελευταίο διάστημα με άμεσα θύματα τους μετανάστες. Επίσημη πολιτεία, αστυνομικό παρακράτος και παρακρατικές ομάδες, με επίσημο όνομα ή χωρίς, έχουν ξεκινήσει σαφάρι εναντίον των ξένων. Ο ειρωνικής ονομασίας «Ξένιος Ζευς» εγκαινιάζει το επίσημο πογκρόμ και στα απόνερα του ενεργοποιείται ολόκληρος ο ξενοφοβικός και φασιστικός εσμός.
 
Το όλο θέμα δεν είναι πρόβλημα των «άκρων» αλλά ζήτημα της καθημερινής ζωής των Ελλήνων. Και η ελληνική κοινωνία, προσθέτει στην ανασφάλεια της, εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας της, τον καθημερινό φόβο από τα μικρά, αλλά και τα μεγάλα εγκλήματα των ξένων (ή τουλάχιστον εκείνα που αποδίδονται στους ξένους), τη γενική έξαρση της εγκληματικότητας, η οποία έχει σχέση και με την οικονομική κρίση αλλά σε ένα βαθμό και με κάποιους ξένους. Και προσθέτοντας αυτή την ανασφάλεια είναι έτοιμη να δώσει δίκιο, συνεπικσυρούντων των μέσων ενημέρωσης, στις ρατσιστικές επιθέσεις. Το φαινόμενο παίρνει ανεξέλεγκτες κοινωνικές διαστάσεις και η επίκληση του ανθρωπισμού δεν μπορεί να πείσει τη νοικοκυρά του Αγίου Παντελεήμονα, τον συνταξιούχο ή τον αγρότη που μπήκαν σπίτι του στην ερημιά και τον ρήμαξαν, ούτε τη μάνα της κοπέλας από την Πάρο, ούτε την έγκυο γυναίκα εκείνου του άτυχου που τον σκότωσαν Αφγανοί στην Ηπείρου για μια βιντεοκάμερα. Κι έτσι ο φορτηγατζής ακροατής του ραδιοφωνικού σταθμού, είτε είναι φασίστας είτε όχι, αφελής ωστόσο, «δεν καταλαβαίνει Χριστό» όπως λέει, κι αν πιάσει τους ξένους που του έχουν κλέψει το τσαντάκι με τα λεφτά του δυό φορές, το κινητό του πέντε κ.ο.κ., «θα τους φάει ζωντανούς». Ο ανθρωπισμός είναι μια προσιτή στον καθένα ιδεολογική σύλληψη σε μια εποχή που έχεις την πολυτέλεια να είσαι άνθρωπος. 'Οταν έρχεται η εποχή της στέρησης, αρχίζει ο βαθύς διχασμός και η ανθρωποφαγία. Ο διπλανός είναι ένας ορατός και προσιτός εχθρός. Το να τα βάζεις με τις κυβερνήσεις είναι εξαιρετικά δύσκο^ Είναι μακρινοί στόχοι και τώρα που έχουν μεταφέρει το κέντρο τους στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο είναι απρόσωπες, μακρινές και ακατάβλητες. Το να θυσιάσεις τον διπλανό σου φτωχοπρόδρομο είναι μια προσιτή δυνατότητα. Κι έτσι, στην κρίση, αμυνόμαστε με ανθρωποθυσίες. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να μη νιώθεις πως δεν κάνεις τίποτα. Είναι όμως αποτελεσματικός; Φυσικά όχι. Ποιος βολεύεται απ' αυτό; Φυσικά οι δημιουργοί της κρίσης. Μπαίνουμε στη νέα εποχή με αναπεπταμένες τις σημαίες τον μίσους. Μάλλον πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερο ρόλο στη σκέψη και το μυαλό μας.
 
Σήμερα δεν υπάρχουν φυσικές καταστροφές», είχε πει ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, θέλοντας να υπογραμμίσει πως κάθε φαινόμενο στον καπιταλιστικό μας κόσμο έχει κοινωνικές αιτίες, ή έστω η κοινωνική κατάσταση το επηρεάζει κατά τρόπο καθοριστικό. Στην εποχή μας, όπου η ρήση αποδεικνύεται όσο ποτέ αληθινή, η κοινωνία αρχίζει να πιστεύει το ακριβώς αντίθετο. Πως ακόμα και οι κοινωνικές καταστροφές, όπως η οικονομική κρίση, έχουν φυσικά αίτια, ή έστω έχουν τη δύναμη φυσικού φαινομένου, και συνεπώς δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν. «Οι δυνάμεις της αγοράς» είναι απρόσωπες, απρόσιτες και πανίσχυρες. Πάνω από ανθρώπους αλλά και κράτη ολόκληρα.
Από την άλλη πλευρά υπάρχουν μερικά φαινόμενα σοβαρά που έχουν ασφαλώς κοινωνικό χαρακτήρα. Ο φορτηγατζής που θέλει να «φάει» τον κλέφτη και η κυρία του Αγίου Παντελεήμονα που θέλει τα ΜΑΤ και τη Χρυσή Αυγή να κυνηγάνε και να δέρνουν μετανάστες για να έχει το κεφάλι της, και το πορτοφόλι της, ήσυχο, ξέρουν.
Φυσικά, δεν είναι βέβαιο πως επιλέγουν τον καλύτερο δρόμο για εξασφαλίσουν και το κινητό και το κεφάλι και το πορτοφόλι τους, αλλά επιμένουν πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αντιδράσουν. Αυτό τους χρειάζεται, των ξένων. Να τους τρομοκρατήσουμε, να τους διώξουμε, να τους «φάμε».
 
Η «ικανοποιημένη πλειοψηφία», όπως την έλεγε ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ νιώθει να απειλούνται τα κεκτημένα της, τα οποία σαρώνονται από την οικονομική κρίση, και ζητά ένα προσιτό εξιλαστήριο θύμα για να εκτονώσει την αγανάκτηση της και να πολεμήσει το φόβο της.
Η νέα μας εποχή, που τόσο πολύ διαφημίσανε, και εξακολουθούν να διαφημίζουν, τηλεοπτικοί αστέρες και τηλεοπτικοί διανοούμενοι και πολιτικοί, μας εισάγει σε μια νέα κοινωνική βαρβαρότητα της οποίας οφείλουμε να δούμε τις αιτίες και τη διαδρομή. Πριν καταλήξουμε στο αφοριστικό και ασφαλές (για τις μεταξύ μας σχέσεις) συμπέρασμα πως φταίει ο καπιταλισμός, πρέπει να δούμε τι συμβαίνει και οι κοινωνικές καταστροφές θεωρούνται σήμερα φυσικά φαινόμενα και γιατί οι φτωχοί ενοχοποιούν άλλους φτωχούς και συμμετέχουν σε εκστρατείες εναντίον τους.
 
Οι απαντήσεις δεν είναι απλές και κυρίως μονοσήμαντες. Δεν μπορεί κανείς να διαφεύγει από τα αμείλικτα και επιτακτικά ερωτήματα της πραγματικότητας, που ζητούν απαντήσεις εδώ και τώρα, αλλά επίσης ούτε να εγκλωβίζεται στην αμείλικτη τωρινή και δυσμενή πραγματικότητα για να οδηγηθεί χωρίς σκέψη και χωρίς προοπτική σε απαντήσεις οι οποίες υπονομεύουν και το παρόν και το μέλλον, και στην ουσία δεν λύνουν κανένα πρόβλημα όσο κι αν δείχνουν το αντίθετο.
Επί του θέματος χρειάζεται να γίνουν μερικές επισημάνσεις.
 
Επισήμανση πρώτη και βασική: Η παγκοσμιοποίηση προήλθε (αλλά και σήμανε) από τη δυνατότητα των μεγάλων βιομηχανιών να πηγαίνουν όπου θέλουν. Κι αυτές μεταφέρθηκαν στην Κίνα, στις Ινδίες, στο Μεξικό και άλλου όπου κατασκεύασαν ολόκληρες παρα-γκουπόλεις και τις γέμισαν εργάτες με ημερομηνία λήξεως, οι οποίοι δουλεύουν για ισχνότατα μεροκάματα, ζουν σε παράγκες από πισόχαρτο και πεθαίνουν σύντομα, γεγονός που δεν ενοχλεί κανέναν εργοδότη καθώς τους αντικαθιστά γρήγορα και ανέξοδα. Κι έτσι η εργατική τάξη στις χώρες του λοιπού, του «ανεπτυγμένου», κόσμου βγαίνει οτην ανεργία, αλλάζει ειδικότητες, χάνει τη συνοχή της, τη δύναμη της συλλογικής δράσης και της πολιτικής της έκφρασης.
 
Επιπλέον, η πτώση του ποσοστού κέρδους στη βιομηχανία και την παραγωγή και η στροφή του κεφαλαίου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα κάνουν τους εργαζόμενους λιγότερο αναγκαίους για την αύξηση των κερδών. Στη βάση αυτή και προς ενίσχυση, πολιτική και ιδεολογική, αναπτύσσονται οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές και πολιτικές θεωρίες (μοντέρνες και κυρίως μεταμοντέρνες) ως έκφραση της σύγχρονης «ατομικής» αναζήτησης, που αποσυνδέει («αποδομεί») τα ενιαία κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά γεγονότα σε επιμέρους περιστατικά, σε ατομικές αναζητήσεις, στη λογική του κάθε άνθρωπος έχει τη δική του αλήθεια και το δικό του δίκιο. Και συνεπώς είναι ένοχος και για τη φτώχεια του. Στην ιεράρχηση των κοινωνικών αξιών αλλάζει η σειρά. Και στην πολιτική κάθε απόφαση αξιολογείται με βάση την οικονομική της αξία. Η προστασία του περιβάλλοντος (που καταστρέφεται στη Χαλκιδική, αλλά και οτην Αρκτική) δεν είναι το πρώτιστο μέλημα της πολιτικής. Το πρώτιστο είναι οι οικονομικές επενδύσεις και όσα αποφέρουν, δελεάζοντας τον ανυποψίαστο, αφελή ή ανέντιμο πολίτη με το καρότο της απασχόλησης και της ανόδου της οικονομικής του ζωής.
 
Επισήμανση δεύτερη, και εξίσου βασική: Εάν η παραγωγή δεν αγωνιά για εργατικά χέρια, οι φτωχοί και οι άνεργοι γίνονται περιττοί. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να διατηρείται το «κράτος πρόνοιας», το οποίο αποσκοπούσε να διατηρεί σε περιόδους οικονομικής ύφεσης το άνεργο εργατικό δυναμικό σε ετοιμότητα, ως «εφεδρικό στρατό εργασίας», προκειμένου να επιστρατευτεί στην επόμενη φάση, όταν η βιομηχανία θα το χρειαζόταν. Συνεπώς, οι φτωχοί και οι άνεργοι, οι οποίοι επιπλέον διαπράττουν και τα άλλο θανάσιμο αμάρτημα, να μην είναι καταναλωτές, γίνονται βάρος, περιθώριο, περισσεύουν, εξοβελίζονται στα όρια της ανυπαρξίας. Απειλούν με την ύπαρξη τους την «ικανοποιημένη πλειοψηφία». Οι οικονομικές αξίες δεν έχουν θέση γι' αυτούς στον κόσμο και θα ήταν ευχής έργο να μπορούσαν να εξαφανιστούν, και όχι μόνο μεταφορικά!.. Υπάρχουν τρόποι γι' αυτό; Υπάρχουν, και πολλοί μάλιστα.
 
Επισήμανση τρίτη, κι εδώ επιτέλους ερχόμαστε στο θέμα: Εφόσον το κράτος πρόνοιας, η οικονομική «τάξη» και οι εργασιακές σχέσεις έχουν τόσο ριζικά διασαλευθεί, η ελπίδα «αποκατάστασης» της κοινωνικής ισορροπίας δεν βρίσκεται στην οικονομική ανάπτυξη και την επιστροφή στον «παλιό καλό καιρό». Και επειδή πάντα υπάρχει ο κίνδυνος οι περιττοί να διεκδικήσουν, και διεκδικούν, είτε από απόγνωση είτε από συνείδηση, το μερίδιο τους και να καταστούν έτσι κοινωνικά επικίνδυνοι, διογκώνονται οι μηχανισμοί καταστολής. Οι καταναλωτές πολίτες είναι διατεθειμένοι να δεχτούν όλα τα μέτρα (τι σημαίνουν ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα, όταν η ύπαρξη τους απειλεί το δικαίωμα μου να καταναλώνω;). Ο φαύλος κύκλος έχει ανοίξει και δεν κλείνει αν δεν συντριβεί. Οι απόκληροι γίνονται παραβάτες, και κάποιοι εγκληματίες. Κάποιοι, όπως οι κολασμένοι των παρισινών περιχώρων, καταφεύγουν σε τυφλές εξεγέρσεις, πολλαπλασιάζοντας το φόβο και καθιστώντας ακόμα πιο αναγκαία τα μέτρα καταστολής, στα μάτια και στα μυαλά της «σιωπηρής πλειοψηφίας». Οι αντιθέσεις ήταν πραγματικές και τώρα έγιναν αμείλικτες. Κηρύσσεται πόλεμος εναντίον των φτωχών, των μεταναστών, των απόκληρων. Και ασφαλώς οι μετανάστες, οι ξένοι, είναι πάντα ο πιο εύκολος στόχος... Ούτως ή άλλως ο ξένος αποτελεί πάντα έναν πρόσφορο αντίπαλο. Η μάχη των φτωχών εναντίον των φτωχών μόλις άρχισε και στην Ελλάδα της κρίσης.
Ανάμεσα στο «Ξένιο Δία», τη Χρυσή Αυγή, την «ενημερωτική» πολιτική καναλιών και εφημερίδων και τις δολοφονικές επιθέσεις εναντίον ξένων υπάρχει ένας ισχυρός συνεκτικός ιδεολογικός ιστός. Που συνδέεται με τη σκληρή πραγματικότητα της κρίσης.
 
Οι επισημάνσεις αυτές δεν κομίζουν γλαύκα στην Αθήνα. Αυτά έχουν γραφτεί και ειπωθεί κατ' επανάληψη τα τελευταία χρόνια. Μόνο που τώρα μας γίνονται βίωμα. Και μπορούν να θεωρηθούν μια μεθοδολογική εισαγωγή στη μελέτη του προβλήματος, ώστε οι πολιτικές αποφάσεις που θα ληφθούν να είναι σοβαρές και αποτελεσματικές. Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων πρέπει να κατανοηθεί πως η αναζήτηση της συλλογικής κοινωνικής δράσης, σε όλα τα επίπεδα και με όλες τις μορφές, η εκδήλωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, η ενότητα των ανθρώπων, γίνονται πρωταρχικά ζητούμενα. Όπου η πολιτική και ιδεολογική στρατηγική έχουν καταλυτικό ρόλο, αλλά και δεν γίνονται εμπόδιο στην κοινή δράση και ζωή, αντίθετα διευκολύνουν τους πιο πρωτοπόρους ανθρώπους να αποκτούν ουσιαστικότερη συνείδηση του κόσμου και της πράξης τους, κάνοντας πιο εφικτή την ενότητα. Απαντώντας σε «μια κατακερματισμένη πολιτική, στα μέτρα του κατακερματισμένου κόσμου και της κατακερματισμένης ανθρώπινης ύπαρξης», όπως γράφει ο Ζ. Μπάουμαν.
 
Το δρομολόγιο Πάρος-«Ξένιος Ζευς»
 
Η τεράστια δημοσιότητα που πήρε η υπόθεση της κακοποιημένης κοπέλας στην Πάρο ήρθε να κολλήσει σαν να ήταν αποτέλεσμα υποδειγματικού προπαγανδιστικού μοντάζ με την επιχείρηση «Ξένιος Ζευς». Και αυτή με τη σειρά της άνοιξε τα πλάνα άγριων μεταμεσονύκτιων δολοφονικών επιθέσεων κατά μεταναστών. Πριν κακολογήσουμε τους αδιάφορους πολίτες, πριν ψάξουμε για τον φασίστα της διπλανής πόρτας, ας σκεφτούμε πώς παρεμβαίνουν ακριβώς τα μέσα ενημέρωσης.
Η τοπική εφημερίδα των Κυκλάδων Κοινή Γνώμη είχε την προηγούμενη εβδομάδα δισέλιδο ρεπορτάζ για τη σύλληψη του νεαρού Πακιστανού, που φέρεται να ομολόγησε την πράξη του. Μετά τις πληροφορίες που έδωσε η αστυνομία για την προκλητική συμπεριφορά του κρατούμενου, όπου ως προκλητικό παρουσιάζεται το ότι γνώριζε τα δικαιώματα του, το κομμάτι ολοκληρώνεται με την ανακοίνωση της Χρυσής Αυγής καθοδηγώντας ωμά τον αναγνώστη σε συμπεράσματα.
Τις ίδιες μέρες, με τις ίδιες πληροφορίες από την αστυνομία συν τις δηλώσεις της διορισμένης δικηγόρου του κατηγορουμένου, η πλύση εγκεφάλου συνεχίστηκε από δελτία ειδήσεων και τηλεοπτικές εκπομπές, που μεταξύ κουτσομπολιού και επίδειξης ευαισθησίας έκαναν τον πόνο μιας οικογένειας πεδίο ανοιχτής προβολής της ακροδεξιάς. Η εφημερίδα του Θέμου Αναστασιάδη τερματίζει τον κιτρινισμό όταν, σε πρωτοσέλιδο της προηγούμενης βδομάδας, απευθύνει στον Αλέξη Τσίπρα το «ρητορικό» ερώτημα τι θα έκανε αν είχαν χτυπήσει το δικό του παιδί.
 
Το δεύτερο έγκλημα που έλαβε χώρα στο νησί των Κυκλάδων, η δολοφονία ενός ταξιτζή από δύο ληστές τράπεζας κατά τη διαφυγή τους, λειτούργησε κι αυτό ενισχυτικά για την ακροδεξιά με τον παρακάτω τρόπο. Με το που βγήκε η είδηση, όλα τα κανάλια παίζουν μαζί με το θέμα ανακοίνωση της Χ.Α. που βιάστηκε να μαντέψει την εθνικότητα των δραστών ενοχοποιώντας συλλογικά τους μετανάστες. Κάπου εκεί έρχεται και ο Ξένιος Ζευς. Απάντηση με πλήρη τηλεοπτική κάλυψη στα «εγκλήματα των μεταναστών».
 
Η είδηση για τον Ιρακινό που μαχαιρώθηκε άγρια στο κέντρο της Αθήνας δεν χρειάζεται να περάσει στα ψιλά. Μπορεί να λειτουργήσει σαν άλλοθι, ή και σαν διαφήμιση για το είδος εκείνων των αντιποίνων που πολλοί θα επιθυμούσαν έχοντας ήδη προετοιμαστεί κατάλληλα από τα κίτρινα στην πλειοψηφία τους πλέον ΜΜΕ. Όταν τον Δεκαπενταύγουστο μαθαίνουμε για δύο πτώματα μεταναστών σε κάδο κοντά στο σταθμό Αττικής, είναι η δική μας πλευρά που βιάζεται να μαντέψει την ταυτότητα των δραστών. Τελικά η αστυνομία ανακοινώνει την Πε'μπτη ότι ο δράστης του διπλού εγκλήματος είναι Πολωνός, και ένας νέος γΰρος είναι έτοιμος να αρχίσει.
 
Ο φασισμός ποτέ δεν απευθύνεται στη λογική. Προτιμά την επικράτεια του θυμικού. Αυτό κάνει την ακροδεξιά να ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο πολιτικό κόσμο στα μάτια των πολιτικά καθυστερημένων τμημάτων του λαού. Και γι' αυτά τα στρώματα το κατεξοχήν πεδίο διαμόρφωσης συνείδησης είναι το εμπειρικό και συναισθηματικό πεδίο. Σε αντίθεση με την Αριστερά, που στις ανακοινώσεις της θα βγει να υπερασπιστεί κατακτήσεις του κράτους δικαίου, όπως τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ακροδεξιά θα εκφράσει αυτό ακριβώς που λέει στο κουρείο ο πελάτης ακούγοντας την είδηση: «Να τον κρεμάσουν τον κερατά!». Για να γίνει ακόμα πιο πιστευτή, θα στείλει τους ανθρώπους της στο λιμάνι να υποδεχτούν τον κατηγορούμενο Πακιστανό, συνοδεία των τηλεοπτικών συνεργείων.
 
'Οταν πολλά καθεστωτικά ΜΜΕ υποδέχονταν με χαρά τις πλατείες της αγανάκτησης, δεν εξυπηρετούσαν αντιπολιτευτικές σκοπιμότητες. Έσπρωχναν συνειδητά τον κόσμο να εκδηλώσει συναισθήματα οργής για το πολιτικό σύστημα έξω από τα κόμματα και τις οργανωμένες δυνάμεις του κινήματος. Έξω εντέλει από ό,τι μπορεί να θύμιζε επιχειρήματα, δομημένο σκεπτικό, πολιτικές αρχές. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής και η θεαματική καταγραφή των Ανεξάρτητων Ελλήνων στις εκλογές του Μαΐου σχετίζονται απολύτως με αυτή την κατεύθυνση, που υπηρετούσαν κι όσοι επέμεναν να περιλαμβάνουν συλλήβδην την Αριστερά στο χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα.
 
Η υποχώρηση της γνώσης και της ορθολογικής σκέψης, που χαρακτηρίζει τις δεκαετίες μετά το '70, η εξάντληση του πολιτιστικού παραδείγματος που συνέδεε το ανυπότακτο πνεύμα και το σώμα του λαού, εξυψώνοντας τον, οδήγησαν στη συγκυριαρχία μιας αισθητικής απομίμησης του λαϊκού, αυτού που ονομάστηκε σκυλάδικο, και μιας αντίστοιχης διανοητικής κατασκευής αποσυνδεδεμένης από τις λαϊκές ανάγκες, αυτού που υποτιμητικά ονομάστηκε κουλτουριάκο.
 
Ο ιδεότυπος του αριστερού ήταν αυτός του ανέμυαλου μεσοαστού αμφισβητία, που συγγένευε περισσότερο με το δεύτερο είδος. Ενώ ο δεξιός, και ο πασόκος λαϊκός άντρας, με το πρώτο. Στην πορεία ο αριστερός είτε μαραζώνει στη μοναξιά της ήττας του, συνδεόμενος με τη μοίρα των παλαβών ή των μειονοτήτων, είτε μετατρέπεται• σε ατομιστή πραγματιστή που εγκαταλείπει σταδιακά τις ιδέες του για να σταδιοδρομήσει. Αυτά τα στερεότυπα εμφανίστηκαν στην τηλεοπτική κουλτούρα με τις ταινίες του Χάρυ Κλυν, αλλά και στο ντεμπούτο της ιδιωτικής τηλεόρασης, σε επιτυχημένες σειρές όπως Οι απαράδεκτοι. Σε μια πορεία επικρατούν αναπαραστάσεις των αριστερών στον Τύπο και στα ΜΜΕ, σαν πολιτικών όντων που στερούνται λογικής ή διακατέχονται από ένα παράλογο πάθος. «Δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους», «δεν έχουν προτάσεις», «θα μας βάλουν σε μπελάδες».
 
Ο ακροδεξιός εμφανίζεται τότε στο προσκήνιο σαν ένα είδος επιγόνου του λαϊκού τύπου του οποίου θαύμαζε τη μαγκιά και που επιχειρεί να συνδεθεί σωματικά με τον πόνο του λαού. Όχι όμως ενός λαού περήφανου που παλεύει για να νικήσει τον υπέρτερο αντίπαλο. Αλλά ενός λαού ποδοπατημένου, χωρίς καμία εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, που μες στη μιζέρια του συνηθίζει όλο και πιο πολύ να εχθρεύεται τους φτωχούς παρά τη φτώχεια.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ, 19.8.2012

Σύντομη Περιγραφή: 

Κείμενα: Θανάσης Σκαμνάκης, Παναγιώτης Φραντζής
Το κράτος πρόνοιας, η οικονομική «τάξη» και οι εργασιακές σχέσεις έχουν τόσο ριζικά διασαλευθεί, η ελπίδα «αποκατάστασης» της κοινωνικής ισορροπίας δεν βρίσκεται στην οικονομική ανάπτυξη και την επιστροφή στον «παλιό καλό καιρό». Και υπάρχει ο κίνδυνος οι περιττοί να διεκδικήσουν το μερίδιο τους και να καταστούν έτσι κοινωνικά επικίνδυνοι, διογκώνονται οι μηχανισμοί καταστολής. Οι απόκληροι γίνονται παραβάτες, και κάποιοι εγκληματίες. Κηρύσσεται πόλεμος εναντίον των φτωχών, των μεταναστών, των απόκληρων. Και ασφαλώς οι μετανάστες, οι ξένοι, είναι πάντα ο πιο εύκολος στόχος...

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Θάνατος για την Ελλάδα το διπλό νόμισμα


του
Λεων. Βατικ
Με προοπτική αναπόδραστη φαντάζει όσο περνάει ο καιρός η αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη με πρωτοβουλία της Γερμανίας. Τα σχετικά δημοσιεύματα όπως κι οι παρεμβάσεις γερμανών αξιωματούχων πληθαίνουν, δείχνοντας ότι πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από τις υστερικές, σε βαθμό γραφικότητας, κραυγές του γερμανο-βιετναμέζου αντικαγκελάριου Φίλιπ Ρέσλερ, που προσπαθεί με αυτό τον τρόπο να...
αυξήσει την πολύ χαμηλή επιρροή του κόμματός του. Ακόμη όμως και τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε ο επικεφαλής του κόμματος των Ελεύθερων Δημοκρατών στην τελευταία του δημόσια παρέμβαση, την Κυριακή 29 Ιουλίου, είχαν την ιδιαίτερη σημασία τους.

Αντίθετα με το παρελθόν, δεν εμφάνισε την αποπομπή της Ελλάδας ως απειλή ή τιμωρία για την υποτιθέμενη απροθυμία της να εφαρμόσει τα αντιλαϊκά μέτρα. Ισχυρισμός, ο οποίος εντελώς άκριτα επαναλαμβάνεται και στο εσωτερικό της Ελλάδας προκειμένου να δημιουργήσει τις απαραίτητες ενοχές και την αναγκαία συναίνεση για την επιβολή της λιτότητας, που είναι πέρα για πέρα αβάσιμος κι εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τρόικας. Αυτή τη φορά ο Ρέσλερ υποστήριξε ότι «η έξοδος της Ελλάδας δεν μας τρομάζει πια». Με άλλα λόγια, οι προετοιμασίες της γερμανικής κρατικής μηχανής έχουν ολοκληρωθεί, τα κόστη κι οι αλυσιδωτές αντιδράσεις έχουν υπολογιστεί μέχρι κεραίας και δεν υφίσταται ο κίνδυνος των ανεξέλεγκτων συνεπειών που υπήρχε μέχρι πρόσφατα ή τουλάχιστον δεν υφίσταται στον ίδιο βαθμό.

Αποπομπή από την ευρωζώνη

Αλλαγή στάσης μαρτυρούν επίσης και τα επιχειρήματα που εκπορεύονται από το Βερολίνο για τη διαχείριση του ελληνικού ζητήματος. Μέχρι πρόσφατα αυτό που ακούγαμε διαρκώς ήταν η καθησυχαστική διαβεβαίωση πως η παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη αποτελεί την καλύτερη λύση για να μην αμφισβητηθεί το κεκτημένο της ευρωζώνης. «Η Ελλάδα έσωζε το ευρώ», εν ολίγοις, ακόμη κι αν η παραμονή της στην ευρωζώνη δεν ήταν πρώτη επιλογή. Τις τελευταίες εβδομάδες όμως η επιχειρηματολογία έχει αλλάξει άρδην. Από την καρδιά του Τέταρτου Ράιχ αυτό που ακούγεται είναι ότι μια πιθανή αποπομπή της Ελλάδας αποτελεί το αναγκαίο τίμημα για να συνεχίσει να υπάρχει η ευρωζώνη. Η Ελλάδα δηλαδή αντιμετωπίζεται από την Γερμανία σαν η σαβούρα που πρέπει να πεταχτεί για να συνεχίσει το ταξίδι του το κοινό νόμισμα και να μη βυθιστεί. Τούτη η θέση προφανώς δεν θα είχε ωριμάσει αν η τρίτη και η τέταρτη οικονομία της ευρωζώνης, δηλαδή Ιταλία και Ισπανία, με ένα δυσθεώρητο δημόσιο χρέος κι οι δύο τους ύψους 2,8 τρισ. ευρώ, δεν έφθαναν στο χείλος του γκρεμού, όπου βρίσκονται τους τελευταίους μήνες. Με άλλα λόγια, η Γερμανία φαίνεται να επιλέγει τον ακρωτηριασμό της Ελλάδας έτσι ώστε η γάγγραινα που απειλεί την ευρωζώνη να μην μεταδοθεί σε άλλα μέλη, που αν πλήττονταν οι κίνδυνοι τότε για την ίδια θα ήταν πολύ μεγαλύτεροι. Γι’ αυτόν ίσως τον λόγο οι αναφορές στην Ελλάδα απουσιάζουν συστηματικά από κάθε δημόσια ανακοίνωση που συντάσσεται τον τελευταίο καιρό με ευθύνη της Γερμανίας: Από τα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ στις 29 Ιουνίου μέχρι την ανακοίνωση που εξέδωσαν οι Σόιμπλε και Γκάιτνερ στην πρόσφατη συνάντησή τους, με αφορμή την επίσκεψη του αμερικανού υπουργού Οικονομικών στην Ευρώπη.

Τη δική της σημασία είχε κι η δημόσια παρέμβαση ομάδας γερμανών οικονομολόγων μεταξύ των οποίων ήταν ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Ντόιτσε Μπανκ, Τόμας Μάγιερ, ο πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συνδέσμου Μεσαίων Επιχειρήσεων, Μάριο Οχόβεν, κ.α. Με βάση δημοσίευμα της οικονομικής εφημερίδας Χάντελσμπλαντ οι γερμανοί οικονομολόγοι πρότειναν την παράλληλη κυκλοφορία ευρώ και νέας δραχμής. Με βάση το σχέδιο τους η ισοτιμία της δραχμής θα υποτιμηθεί σημαντικά έναντι του ευρώ και θα είναι κυμαινόμενη ενώ οι συντάξεις και πιθανά οι δημόσιοι υπάλληλοι θα πληρώνονται σε δραχμές.
Πρόκειται για ένα σχέδιο καταστροφικό, το οποίο πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία!

Γερμανικά σχέδιο
Κατ’ αρχάς αυτό που πρέπει να ομολογηθεί, πριν από οποιαδήποτε άλλη συζήτηση, είναι ότι το γερμανικό σχέδιο έρχεται να διαχειριστεί την εγγενή αποτυχία της ευρωζώνης. Συνιστά ένα σχέδιο Β που καλείται να εκ των υστέρων να περιορίσει τις ζημιές για τα γερμανικά συμφέροντα από μια ολοένα και πιο ορατή ρήξη της ευρωζώνης, όπως την προανήγγειλε κι ο αμερικάνος νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν σε συνέντευξή του στην γερμανική τηλεόραση την 1η Αυγούστου όταν πρόβλεψε πως εντός του 2012 η Ελλάδα θα έχει εξέλθει της ευρωζώνης. Στην ίδια μάλιστα συνέντευξη δεν παρέλειψε να καταλογίσει και τις δέουσες ευθύνες στην Γερμανία, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι οι αιτίες δεν βρίσκονται στην ελλιπή εφαρμογή των μέτρων λιτότητας, αλλά στον σχεδιασμό της ευρωζώνης. Ως θέμα χρόνου είχε χαρακτηρίσει την έξοδο της Ελλάδας και πρόσφατη έκθεση της Citigroup ανεβάζοντας τις σχετικές πιθανότητες στο 90% από 50%-75% που ήταν προεκλογικά. Τότε θα ανέμενε κανείς ότι η εκλογική επιτυχία των φιλο-Μνημονιακών κομμάτων θα μείωνε αν δεν εξάλειφε την πιθανότητα εξόδου από την ευρωζώνη. Το γεγονός ότι συνέβη το αντίστροφο δείχνει τελικά ότι κάτι σάπιο υπάρχει στην ευρωζώνη κι όχι στην Ελλάδα.


Η αλήθεια είναι πως το σχέδιο παράλληλης κυκλοφορίας δύο νομισμάτων στην Ελλάδα (ευρώ και δραχμής) πρωτοεμφανίστηκε επίσημα και τεκμηριωμένα σε έκθεση της Ντόιτσε Μπανκ με ημερομηνία 18 Μαΐου 2012 και τίτλο: «Το Geuro: Ένα παράλληλο νόμισμα για την Ελλάδα;». Και σε αυτή την έκθεση παρατηρούμε ότι και στην έκθεση της Citigroup: Το σενάριο της εξόδου από την ευρωζώνη, έστω σε μια ενδιάμεση κι όχι καθαρή μορφή, και της εισαγωγής του νέου νομίσματος θα υλοποιούταν αν κέρδιζαν οι πολιτικές δυνάμεις που απέρριπταν το Μνημόνιο, οπότε θα τερματιζόταν η παροχή βοήθειας από το εξωτερικό και για να αντιμετωπιστούν τότε οι ανάγκες πληρωμών η ελληνική κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να εκδώσει το δικό της νόμισμα: το Geuro, κατά την Ντόιτσε Μπανκ.

Εφιάλτης η διπλή κυκλοφορία

Τρεις μήνες λοιπόν μετά, επανέρχονται τα σενάρια που είχε διατυπώσει η γερμανική τράπεζα, παρότι η κυβέρνηση που εξελέγη είναι της απόλυτης αρέσκειας του Βερολίνου. Το σενάριο της διπλής κυκλοφορίας συνιστά την γερμανική απάντηση στην προοπτική εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη και πρέπει να αποτραπεί με κάθε τρόπο, καθώς επί της ουσίας θα σημάνει την διχοτόμηση της οικονομίας σε δύο ζώνες: Σε μια ζώνη δραχμής και σε μια ζώνη ευρώ, που μπορεί μεταξύ τους να μην χωρίζονται από σινικά τείχη, θα εκπροσωπούν ωστόσο η μια την ζώνη της φτώχειας κι η άλλη τη ζώνη του πλούτου. Η πρώτη θα αποτελείται από μισθωτούς του δημόσιου κι ιδιωτικού τομέα και συνταξιούχους, που θα πληρώνονται στο νέο εθνικό νόμισμα, το οποίο θα είναι υποτιμημένο ακόμη και κατά 50% έναντι του ευρώ, όπως προτείνει η έκθεση της Ντόιτσε Μπανκ. Η δεύτερη ζώνη θα αποτελείται από τα πιο διεθνοποιημένα τμήματα της οικονομίας που θα εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το ευρώ για τις συναλλαγές με το εξωτερικό, το διεθνές εμπόριο και την αγορά πολυτελών ακόμη κι επώνυμων αγαθών, από είδη ρουχισμού μέχρι διαρκή καταναλωτικά αγαθά όπως ηλεκτρικές συσκευές. Περιττό δε να ειπωθεί πως όπου έχει συμβεί κάτι τέτοιο – αναγκαστική, παράλληλη κυκλοφορία δύο ή και περισσότερων νομισμάτων για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα ρευστότητας κι έλλειψης μέσων νομισματικής ανταλλαγής, όπως για παράδειγμα στην Αργεντινή το 2001 – αφθονούσαν οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών κυρίως (εστιατόρια, εμπορικά κέντρα, κ.α.) που δεν δέχονταν το «εθνικό», υποτιμημένο νόμισμα, λόγω του ότι έχανε καθημερινά μέρος της αξίας του κι εδώ ακριβώς είναι που διαμορφώνονταν οι ζώνες του οικονομικού απαρτχάιντ. Η ουσιαστικότερη λειτουργία όμως της διπλής κυκλοφορίας, είναι ότι θα διασφαλίσει την συνέχιση της αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. Εν κατακλείδι θα πρόκειται για ένα νέο εφιάλτη, made in Germany κι αυτός, που θα έρθει να σφραγίσει τον δρόμο ριζοσπαστικών, φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να δρομολογηθούν ως απάντηση στην επόμενη μέρα της ρήξης της ευρωζώνης κι οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν ακόμη κι ανταγωνιστικό χαρακτήρα απέναντι στα γερμανικά συμφέροντα.

Εναλλακτικό σχέδιο

Δεδομένης της προοπτικής αποπομπής της Ελλάδας από την ευρωζώνη και των εφιαλτικών σεναρίων που καταστρώνει το Τέταρτο Ράιχ έτσι ώστε ακόμη κι η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη να μην βλάψει τα συμφέροντά του, αποκτά ξεχωριστή σημασία η διαμόρφωση ενός εναλλακτικού σχεδίου για τότε που θα διασφαλίζει πως η έξοδος από το ευρώ δεν θα είναι χειρότερη από την παραμονή σε αυτό. Δεν θα συνοδεύεται δηλαδή από έκρηξη της ανεργίας, ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου, συνεχείς μειώσεις μισθών και συντάξεων κι εξαφάνιση του κράτους πρόνοιας, όπως επιβάλλουν τα Μνημόνια. Συστατικά στοιχεία ενός τέτοιου προγράμματος θα ήταν η καταγγελία των Μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων, η σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής λογιστικού ελέγχου που θα επιτρέψει την διαγραφή μεγάλου μέρους του δημόσιου χρέους τεκμηριώνοντας τον παράνομο ή απεχθή χαρακτήρα του κι επίσης: Απόρριψη κάθε σχεδίου παράλληλης κυκλοφορίας δύο νομισμάτων που θα μονιμοποιούσε την υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας στον διεθνή καταμερισμό και θα έδινε διαρκή και μη αντιστρεπτό χαρακτήρα στην ραγδαία υποβάθμιση της ζωής των φτωχών στρωμάτων όπως συνέβη τα δύο τελευταία έτη. Επομένως, επίσημη κυκλοφορία εθνικού νομίσματος που λίγες εβδομάδες μετά την εξαγγελία του θα μπορούσε να εισαχθεί σε όλες τις συναλλαγές και θα αντικαταστήσει πλήρως το ευρώ. Η ισοτιμία αυτού του νομίσματος θα όφειλε για ένα ακαθόριστο χρονικό διάστημα, το οποίο θα αποφασιστεί όμως από την ελληνική κυβέρνηση και κανέναν άλλον, να είναι διοικητικά καθορισμένη και σε σχέση 1 προς 1 με το ευρώ (παρά το γεγονός ότι η ισοτιμία του κοινού νομίσματος είναι αναντίστοιχη με τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας) έτσι ώστε να προφυλαχθεί η αγοραστική δυνατότητα των κατοίκων της χώρας.

Απαράβατοι όροι για να εφαρμοστεί με επιτυχία ένα τέτοιο σχέδιο είναι η εξασφάλιση του δημόσιου ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η επιβολή εμποδίων στην είσοδο και την έξοδο κεφαλαίων από την χώρα, άνω ενός σημαντικού ποσού π.χ. 10.000 ή 15.000 ευρώ. Πολλά ακόμη μέτρα εξ ίσου σημαντικά θα μπορούσαν να προστεθούν όπως για παράδειγμα η στήριξη των λαϊκών εισοδημάτων που θα επιτρέψει την επανεκκίνηση της παγωμένης εγχώριας αγοράς. Υπεράνω όλων όμως βρίσκεται η ανάγκη να πάψει η πρωτοβουλία των κινήσεων και το προνόμιο της κατάστρωσης σχεδίων να βρίσκεται σε όσους μας οδήγησαν στο σημερινό χάλι κι εξακολουθούν ακόμη και σήμερα, χωρίς να αναλαμβάνουν καμιά ευθύνη, να επεξεργάζονται εναλλακτικά, μελλοντικά σχέδια.


Δημοσιεύτηκε στα Επίκαιρα, 9-15/8/2012